Εσύ φταις για όλα

της Μαρίας Μπατή

Ξυπνάς από μια έντονη διάθεση να ξεράσεις. Πρέπει να τρέξεις γρήγορα στην τουαλέτα, χωρίς να ανάψεις καν το φως, άλλωστε το σκοτάδι δεν είναι πυκνό, ο δρόμος κάτω έχει πολλά φώτα. Τρέχεις, νομίζεις ότι δεν θα προλάβεις, μα προλαβαίνεις. Πλένεις το πρόσωπό σου, και βρέχεις και τα μαλλιά σου. Προσπαθείς να πάρεις μια βαθιά ανάσα, αλλά η κατάστασή σου δεν βελτιώνεται. Τι σου συμβαίνει αναρωτιέσαι και γυρνάς στο σαλόνι, καμία επιθυμία να πας για ύπνο. Προσπαθείς να θυμηθείς τι έγινε χθες το βράδυ. Θυμάσαι το τρομερό κρύο που είχε εχθές και την απόφαση σου να μην βγεις έξω. Ο γκόμενος που γνώρισες προχθές, αυτό ο περίεργος τύπος που μάλλον πάσχει από εμμονή πως κάποιος θέλει το κακό του, χτύπησε το κουδούνι κι εσύ άνοιξες πριν καταλάβεις ποιος είναι. Το μετάνιωσες βέβαια όταν τον είδες στην πόρτα αλλά ήταν αργά. Θυμάσαι, ο τύπος μπήκε ορμητικά μέσα και σ’ άρπαξε στην αγκαλιά του προσπαθώντας να σε φιλήσει, έκπληκτη προσπάθησες να τον σπρώξεις μα η δύναμη του τεράστια. Ξαφνικά ο τύπος μαλάκωσε και έγινε ευγενικός, όπως τον είχες γνωρίσει προχθές και σε είχε γοητεύσει. Συνέχεια

Advertisements

Χωρισμός

Τριτοπρόσωπος αφηγητής,
εναλλαγή ανάμεσα σε δύο κεντρικά πρόσωπα,
σκηνή χωρισμού

της Μαρίας Παπαδάκη

Της έδωσε ραντεβού στο ίδιο μπαρ που γνωρίστηκαν. Το σπίτι του Νάσου δεν ήταν το καταλληλότερο για να της πει να χωρίσουν. Στον ίδιο όροφο έμεναν κι άλλοι μεγαλοδικηγόροι, κι επειδή την είχε ικανή για όλα, προτίμησε έναν δημόσιο χώρο για να περιορίσει τις αντιδράσεις της. Τον είχε πιάσει τρόμος. Ήταν δειλός, κάθε φορά που διαχειριζόταν τις σχέσεις του με τις γυναίκες. Περπατούσε με τα πόδια να στρέφονται ελαφρώς προς τα μέσα. Του συνέβαινε κάθε φορά. Η εσωστρέφειά του τον τύλιγε σαν ψάρι στο χαρτί και δεν μπορούσε να κουνήσει. Πού να το φανταζόταν κανείς ότι ο μεγαλοδικηγόρος με τις τεράστιες επιτυχίες γινόταν ένα ανθρωπάκι σκυθρωπό και ζαρωμένο όταν είχε να κάνει με το άλλο φύλο, πόσο μάλλον με τη Βίκυ. Έβαλε κι αυτό το απαίσιο πουκάμισο με τα μεγάλα καρό κι έφερε τον εαυτό του σε ακόμα δυσμενέστερη θέση.  Συνέχεια

Τόσο έπρεπε

Του Αντώνη Ν. Χελιδώνη

Ο Τζιμ έπινε από το πρωί. Πρωί των κανονικών ανθρώπων, μα εκείνος ξύπνιος μέσα στη νύχτα, επτά η ώρα είχε μεσημέρι. Σκληρή η δουλειά στην Λαχαναγορά, βάρβαρος ήχος ξυπνητηριού στις τρεις, χαλούσε πάντα τον ύπνο των συγκατοίκων του. Μετανάστης, είχε βρει απάγκιο στη μικρή επαρχιακή πόλη, ένα δωμάτιο μαζί με πατριώτες του, δουλειά σε έναν φωνακλά έμπορο στη δημοτική αγορά. Πρώτος πήγαινε, να φτιάξει το μαγαζί, να μοστράρει τα φρέσκα, να καλύψει τα δεύτερα, να σκουπίσει, να πουλήσει. Είχε τρόπους καλούς, οι πελάτες -διστακτικοί στην αρχή- τον αποδέχθηκαν σιγά σιγά, έμαθε λίγο τη γλώσσα τους, κουβέντες της δουλειάς, αλλά του το κτυπούσαν κάθε πρωί, κάθε νύχτα δηλαδή, μέσα στο σκοτάδι, «Άναψε τα φώτα, Τζίμη! Να σε δούμε… καημένε, Μαύρε μας!»
Η Κρίστη δεν έπινε ποτέ πριν τη μια το μεσημέρι. Δεν μπορούσε, ήθελε αλλά κοιμόταν ακόμη και δεν ξυπνούσε ποτέ πριν πάρει το μπάνιο της. Η δύναμη της συνήθειας, η ανάγκη του ζεστού νερού και μια φιλαρέσκεια να αντικρίζει το γυμνό της κορμί. Είχε τα χρονάκια, τις ρυτίδες της, μα το σώμα άφηνε το λευκό του να τυλίγει τα μάτια, το δέρμα να δέχεται τα χάδια, τα φιλιά του κόσμου όλου. Κοντά στα εξήντα ήταν μια γυναίκα ποθητή. Άρχιζε πάντα μ’ ένα δροσερό και ελαφρύ τζιν τόνικ. Περνούσε το χείλος του ποτηριού με φλούδα λεμονιού, έκοβε μισή φέτα πάνω στα παγάκια, μια δόση αλκοόλ και αρκετό πικρόγλυκο ανθρακούχο. Ήταν το πρωινό της. Κάπνιζε δυο τσιγάρα και θυμόταν τη νύχτα, ήταν πάντα διπλή και γεμάτη. Κάποιες φορές ο εραστής της κοιμόταν ακόμα ξέπνοος… και αναγκαζόταν να τον διώξει. Ένα μικρό διάλειμμα. Είχε μπροστά της όλο τον καιρό να σκεφτεί το βράδυ που ερχόταν. Όσο ανακάλυπτε καινούργια μέρη, ένιωθε ακμαία, ικανοποιημένη, ζωντανή…  Συνέχεια

Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος

της Ilsa Lund

Ο Νίκος ακίνητος, με μια λύπη μέσα του, μπροστά στο κηδειόσημο. Επίσημα γράμματα και χωρίς φωτογραφία. Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, ετών 98. Από κάτω τριών γενεών ονόματα, στο τέλος το μέρος της ταφής: νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας. Το μικρό νεκροταφείο, στο δρόμο προς την Άνω Πόλη.

Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, ο φίλος του, αν και πολύ νεότερος απ’ αυτόν, ο γείτονας του με βαθύ βλέμμα και αγάπη για τη ζωή. Μια ιστορία ο ίδιος. Ανάμεσα στα γαλάζια μάτια του, στο τρίτο μάτι, οι δυο μεγάλοι πόλεμοι, η κόκκινη επανάσταση, ο ερχομός του από την Κωνσταντινούπολη το ‘56, ο άνθρωπος στο φεγγάρι, η χούντα, η μεταπολίτευση, το μνημόνιο και, τέλος, ο θάνατος, μπροστά σε ένα φλιτζάνι τσάι και μια φρυγανιά, ένα παγερό πρωινό με τον Καραγιέλ, τον μαύρο άνεμο, από τη μεριά της γενέθλιας πόλης του. Το μεσημέρι, στην πορεία της ταφής, σιωπή και μια ψιλή βροχή, σαν ένα γκρίζο πέπλο πάνω στο μαύρο κασμιρένιο παλτό του Νίκου, πάνω στις λασπωμένες πέτρες του κεντρικού μονοπατιού, στις υγρές φωτογραφίες, στα οξειδωμένα καντήλια, στις πένθιμες επιγραφές, στη μελαγχολία του λόφου, των κυπαρισσιών, των ηλικιωμένων συγγενών. Και αντίθετα ένα ανεπαίσθητο διαρκές μουρμουρητό από τα νεαρά παιδιά, δισέγγονα τα περισσότερα, με αρχηγό έναν στεγνό νεαρό με τα σημάδια της εφηβείας στο πρόσωπο και ειρωνικό χαμόγελο, ανάμεσα στους ξένους τάφους, με μεγάλες δρασκελιές, διακριτικά χαχανητά, νευρικότητα και σχόλια για το ύψος των πεθαμένων, το χρώμα των ματιών τους, το μέγεθος του στήθους των γυναικών, το μάκρος των μαλλιών τους. Ο Νίκος, αφηρημένος, με το βλέμμα στα παιδιά, στις φωτογραφίες των νεκρών κι έξαφνα σε έναν φάκελο μπροστά στο λασπωμένο δεξί παπούτσι του. Συνέχεια

Ο Κουίντ

της Μάρθας Λυρώνη

Αυτός ο κύριος -που συνήθιζε να μη σκεπάζει το κεφάλι του με καπέλο, αν και κάτι τέτοιο επιβάλλεται σε τζέντλεμεν και μπάτλερ- εμφανίστηκε απότομα μπροστά στον Μάιλς, ο οποίος, ως νεαρός κύριος του Μπλάι, φρόντιζε με κάθε πράξη του να υπενθυμίζει σε όλους τη δική του θέση και τη θέση των άλλων. Ο κ. Κουίντ όμως, αυτός ο ψηλόλιγνος άντρας με την τριγωνική γνάθο και τις μαύρες φαβορίτες, κατάφερνε, είχε τον τρόπο, να βάζει τον μικρό σε τάξη. Καθόλου δεν άρεσε αυτό στον Μάιλς -αν και δε γνωρίζω να σας πω ποιες, αμφίβολες, μεθόδους εφάρμοζε ο μπάτλερ, ασφαλώς αντιπαιδαγωγικές και καθόλου αρμόζουσες για το Μπλάι ή για τη θέση του παιδιού. Διότι, μπορεί να ήταν παιδί, αλλά, όπως καταλαβαίνετε, επρόκειτο για τον νεαρό κύριο, του οποίου την κηδεμονία είχε αναλάβει ο θείος του, μολονότι είχε ζητήσει να μην τον ενοχλούν διά τα ζητήματα αυτά, και πρέπει να ομολογήσω πως επανειλημμένως είχα βρεθεί στο δίλημμα να παρακούσω τις οδηγίες του εργοδότη μας και να τον ενοχλήσω για να τον ενημερώσω. Το απόγευμα στη μεγάλη σάλα η μικρή Φλόρα έπαιζε μονάχη, ο νεαρός κύριος διάβαζε απρόθυμα, εγώ καθόμουν με το κέντημά μου δίπλα στο τζάκι και απολάμβανα επιτέλους λίγη ησυχία. Δεν κατάλαβα πότε – σε καμία περίπτωση δεν τον αφήνω από τα μάτια μου, εγώ φέρω την αποκλειστική ευθύνη για τα παιδιά, και γνωρίζοντας πώς ο Μάιλς έψαχνε ευκαιρίες, στη φύση των παιδιών είναι η αταξία άλλωστε, φρόντιζα πάντα να βρίσκεται υπό την επίβλεψή μου, ο νεαρός κύριος- καθώς σήκωσα το βλέμμα, είχε ξεγλιστρήσει από το δωμάτιο. Διατήρησα την ψυχραιμία μου, πού θα μπορούσε άλλωστε να πάει, έξω έβρεχε, αλλά παρόλα αυτά, πριν βγω από το δωμάτιο, κοίταξα έξω στο μπαλκόνι. Από τη μεγάλη σάλα, στα ανατολικά της έπαυλης, μπορούσες να δεις όλο τον κήπο, οι αστραπές φώτιζαν το Μπλάι, αλλά ευτυχώς, σκέφτηκα, ο Μάιλς δεν είχε βγει έξω. Όμως, καθώς έστρεφα το βλέμμα μου προς τη μισάνοιχτη πόρτα για να ξεκινήσω την έρευνά μου, μία σκιά, μία σιλουέτα νυχτερινή και, ομολογώ τρομακτική μες στην καταρρακτώδη βροχή, έκανε την εμφάνισή της στο δυτικό πύργο. Συνέχεια

Σήματα από τον W49

της Θεοδοσίας Μπίτζου

Χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Ο ήχος του αντήχησε απαιτητικά στο άδειο χολ του παλαιού νεοκλασικού. Σηκώθηκα αμέσως από το γραφείο μου για να ανοίξω και στο σύντομο δρόμο μέχρι την είσοδο μόλις που πρόλαβα να κουμπώσω τη ρόμπα μου, να ισιώσω από μέσα την γραβάτα, και να στρώσω τις λιγοστές τρίχες γύρω από την φαλάκρα μου. Κοίταξα το μεγάλο ρολόι στον τοίχο. Είχε έλθει στην ώρα του· ακριβώς! Η σιλουέτα του διαγραφόταν καθαρά στο τζάμι της πόρτας, καθώς τα έντονα φώτα του δρόμου τον έβρισκαν πισώπλατα. Σωματώδης, τα πλούσια μαλλιά του πετάγονταν ανάκατα, τα μυτερά πέτα της καπαρντίνας του ανοιχτά, ενώ ένα τσιγάρο κρεμότανε από το στόμα του που μόλις άνοιξα το έριξε κάτω και το έσβησε με τo τακούνι της μπότας του στο κατώφλι· άλλο ένα γκρίζο σημάδι στο μάρμαρο, σκέφτηκα.
Μείναμε πολλή ώρα ο ένας απέναντι από τον άλλο και κοιταζόμαστε. Ήτανε ο ήρωάς μου κι εγώ ο συγγραφέας του. Τον καμάρωνα, ένα πλάσμα της φαντασίας μου, μπροστά μου, ολοζώντανο. Ήμουνα πολύ συγκινημένος, το τελευταίο βιβλίο της επιτυχημένης μας σειράς περιπετειών επιστημονικής φαντασίας «Παράθυρο στο Σύμπαν» με τον εξερευνητή κοσμοναύτη Φρεντ είχε σχεδόν ολοκληρωθεί· η σκηνή του τέλους του από πυρά εξωγήινων όντων που θα συναντούσε στο νεφέλωμα W49 θα τέλειωνε δραματικά· μια νέα εποχή πολέμων και αντιπαλότητας θα ανέτειλε· ο σύντροφος και αντίζηλός του από την αρχή Βλαδίμηρος θα αναλάμβανε την ηγεσία του στόλου. Οι εποχές ζητούσαν δραστικές πλέον παρεμβάσεις, ο άνθρωπος θα κυριαρχούσε και σε άλλους πλανήτες, και θα υπέτασσε όποιον θα εναντιωνότανε στη θέλησή του. Συνέχεια

Έλα, να έρχεσαι

της Μαρίας Νταναλάκη

Κάτω απ’ τον ξάστερο ουρανό που ορίζει το φεγγάρι
έκανε παύση η τρελή του Αίολου ανεμοζάλη
Που από το χέρι απαλά στο γιορτινό ακρογιάλι
μας είχε θέσει. Σε αγκαλιά ονείρου ή ήταν άλλη;

Στης Αφροδίτης την ακτή μας έβγαλε το κύμα
κι ήταν τα βότσαλα στιλπνά, σαν άστρα ήταν κι εκείνα.
Κι εκεί σιμά φτερούγιζε σαν έρωτα σημάδι
ένα μικρό τρελό πουλί  στο λαμπερό ακρογιάλι. Συνέχεια

Εδώ, στη ρωγμή του χρόνου…

 


Η στιγμή εκκίνησης της ιστορίας και
 το αναπότρεπτο της πλοκής

του Λευτέρη Γιαννακουδάκη

Ένα ερώτημα που μας απασχολεί όταν ξεκινάμε μία ιστορία είναι το «σε ποια στιγμή ξεκινάει». Ο ορισμός της «στιγμής εκκίνησης» δεν περιέχει απλώς το χρόνο με την έννοια της ώρας της ημέρας, ή ακόμα και της εποχής, αλλά περικλείει ένα ολόκληρο σύμπαν. Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι ποια στιγμή της ζωής του βασικού χαρακτήρα ξεκινάει η ιστορία και γιατί αυτή η στιγμή είναι μια μη αναστρέψιμη «ρωγμή του χρόνου»1 στη ζωή και στην αδιατάρακτη καθημερινότητά του.
Φανταστείτε ένα ξύλινο καράβι που επιπλέει σ’ ένα ποτάμι. Το καράβι έχει κουπιά, αλλά όχι μηχανή. Καθώς κινείται με το ρυθμό του ρεύματος, η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη και η κίνηση σταθερή, όσο το ρεύμα του ποταμού κινείται με σταθερή ταχύτητα. Εάν όμως σε σύντομη απόσταση ελλοχεύει ένας καταρράκτης, τότε το καράβι από ένα σημείο και μετά θα αρχίσει να κινείται με ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα σε μία πορεία που θα οδηγήσει στην πτώση του. Εάν οι κωπηλάτες αντιληφθούν έγκαιρα το ρεύμα, θα καταφέρουν να αποτρέψουν την πτώση, εάν όχι, τότε αυτή  θα είναι αναπόφευκτη. Η πορεία του λογοτεχνικού ή του κινηματογραφικού χαρακτήρα είναι ακριβώς ανάλογη: παρασύρεται από το ρεύμα της πλοκής, το οποίο αντιλαμβάνεται μόνο όταν δεν μπορεί να αντιδράσει αλλιώς και οδηγείται προς την πτώση –το μοναδικό ερώτημα που μένει ανοικτό είναι αν θα καταφέρει να επιβιώσει ή αν θα γκρεμοτσακιστεί. Συνέχεια

Το παιχνίδι

της Κλαίρης Καμπάνη

Η περίπτωση της Μία είχε απασχολήσει τον Μπάσι επανειλημμένως και στο παρελθόν. Γύριζε μέσα στο κεφάλι του λάγνα, τυραννικά… ξανά και ξανά. Λαχταρούσε την ώρα που θα την έβλεπε. Η μέθοδος που ακολουθούσε ήξερε καλά ότι ήταν παρακινδυνευμένη. Του άρεσε να αγγίζει τα όρια της ηδονής δίπλα από τον θάνατο. Έπαιζε κάθε φορά ένα παιχνίδι με στοίχημα πάντα την ίδια τους τη ζωή. Όμως αυτό ήταν που τον έκανε να νιώθει περισσότερο ζωντανός από οτιδήποτε άλλο. Αυτό το κομμάτι το λάτρευε. Ήταν πια ώρα, κάθισε αναπαυτικά στη μεγάλη και αφράτη πολυθρόνα και ετοιμάστηκαν για ένα νέο ταξίδι. Τρύπωσε ξανά μέσα στο μυαλό της. Ένιωσε το αίμα της να κυλάει στο αίμα του, άκουγε τους χτύπους της καρδιάς της στην δική του καρδιά. Ο πόνος της γινόταν δικός του. Έγιναν ένα σώμα… ακριβώς όπως κάθε φορά. Αναρωτιόταν πού θα τον πήγαινε σήμερα. Τι μονοπάτια του μυαλού της θα ξεκλείδωνε. Συνέχεια

Το Ψητό της Κυριακής

του Αντώνη Ν. Χελιδώνη

Ο πατέρας δεν έκανε πολλές εκδρομές. Μια αγάπη για την πόλη, η δουλειά και οι συνήθειές του τον δυσκόλευαν να ξεκινήσει. Τον θυμάμαι να ξοδεύει τις Κυριακές σε μια εφημερίδα, να κατεβαίνει μια κοντινή βόλτα στην μητέρα του. Δεν με έπαιρνε συχνά μαζί του. Ήθελε να μην αργήσει.
Την αγαπούσε πολύ τη γιαγιά και εκείνη δεν έκρυβε την αδυναμία που του είχε ούτε από τα άλλα δύο αδέλφια του. Τον συμβούλευε πάντα και ο πατέρας την άκουγε και ακολουθούσε τα λόγια της. Είχαν μια σχέση αρμονική, ερχόταν τακτικά στο σπίτι, περιποιημένη πάντα, είχε μια σοκολάτα για τα εγγόνια και έναν πικρό λόγο για το ψητό της μητέρας. Συνέχεια

«Η Ωραία Αθοκουτάλα», μια ορεσίβια…. Σταχτοπούτα

της Μαρίας Νταναλάκη

Αθοκουτάλα: α) ένα ταπεινό αλλά απαραίτητο σκεύος της κρητικής οικοσκευής, που χρησιμοποιούνταν για να σκαλίζουν τη στάχτη, τον «άθω», β) η κοπέλα που ανακατεύεται με τις στάχτες -συνεκδοχικά με τις πιο βρώμικες και ποταπές δουλειές σε ένα σπίτι- και οι στάχτες γίνονται στοιχείο της εμφάνισης και του χαρακτήρα της και γ) εργαλείο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να αποκαλύψει και να αποτυπώσει την ιδιοσυγκρασία και ντοπιολαλιά των Κρητικών σε μια συγκεκριμένη τοπική και χρονική πραγματικότητα -ορεινά Αστερούσια του περασμένου αιώνα.
Η «Αθοκουτάλα», το παραμύθι του Γιώργη Σταματάκη, είναι καθένα από τα παραπάνω και όλα μαζί. Είναι όμως και «ωραία»; Την ηρωίδα, όσα πλουμίδια και να φορέσει, δυσκολευόμαστε να τη δούμε «ωραία» -πόσο ωραία μπορεί να γίνει μια «μοσχοκούζουλη»; Η στάχτη γίνεται το καταφύγιο και η σκευή της, αλλά όση στάχτη και να τινάξει από πάνω της δεν μπορεί αυτή να μπει στα μάτια του θεατή και να συγχωρήσει, ή έστω να παραβλέψει το φρικιαστικό γεγονός στο οποίο η ηρωίδα ήταν ακούσια παρούσα. Συνέχεια

Η μουριά δίπλα στο ποτάμι

της Ilsa Lund

Έβρεχε όλο το βράδυ. Η βροχή ακουγόταν στο μπαλκόνι, ασταμάτητος πυροβολισμός πάνω στη τσίγκινη λαμαρίνα, προστασία για τα περιστέρια, και δεν τον άφησε να κοιμηθεί, μόνο στριφογύριζε με αναστεναγμούς, μέχρι τις εξήμισι που χτύπησε το ξυπνητήρι. Σηκώθηκε ανακουφισμένος, η γυναίκα του δεν ένιωσε ούτε μια σφαίρα, γιατί κοιμόταν με τα χέρια ανοιχτά πάνω από το κεφάλι της, ροχαλίζοντας ατάραχη. Ακολούθησε την ίδια διαδρομή πρώτα δεξιά, τουαλέτα, και μετά ευθεία, διάδρομος, καφές, τσιγάρο στο μπαλκόνι, μισός κάτω από την κουπαστή της πόρτας, κοιτάζοντας το στραβό κομμάτι ουρανό που περίσσευε στον τυφλό δρόμο, με πέντε – έξι διαφορετικές στρώσεις μαύρου. Στις επτάμισι βρισκόταν στο αυτοκίνητό του, ένα γκρι Οpel Corsa ,και ξεκίνησε τη διαδρομή για το κεντρικό κτήριο της διοίκησης. Πλησιάζοντας προς το κέντρο της πόλης, πήρε τη δεξιά στροφή που τον έβγαλε στο δρόμο δίπλα στο ποτάμι, γιατί εκεί πάντα έβρισκε χώρο για πάρκιν και μάλιστα επιδίωκε τη θέση κάτω από μια μουριά, που το καλοκαίρι τού εξασφάλιζε σκιά, και το χειμώνα, δεν ήξερε, αλλά εξακολουθούσε πάντα να το βάζει εκεί, εξάλλου πια ήταν το μέρος του. Όμως εκείνο το πρωί είδε με έκπληξη αρχικά και μετά με οργή που δεν ταίριαζε, όχι δεν ταίριαζε καθόλου, ούτε για το κατάλληλο της ώρας και πολύ περισσότερο της θέσης, το συνεργείο του δήμου να κόβει τη μουριά. Συνέχεια

Καληνύχτα, Χαραλαμπόπουλε

της Λίλας Καραλή

Μπαίνοντας στο κελί του είδε κάτι να προεξέχει κάτω από το  μαξιλάρι του κρεβατιού. Δεν ήταν το βιβλίο του, αυτό το είχε αφήσει πάνω στο μικρό ξύλινο τραπεζάκι κι εκεί ήταν ακόμα. Κάθισε στο κρεβάτι και περίμενε τον φρουρό να κλείσει την πόρτα. Προσπάθησε να μην σκέφτεται την πιθανότητα στην οποία πήγε αμέσως ο νους του, φοβούμενος παράλογα μην ξεγλιστρήσει η σκέψη του και αποκαλυφθεί σε λάθος άνθρωπο. Τέντωσε τα χέρια του μπροστά και στη συνέχεια πάνω από το κεφάλι πνίγοντας έναν αναστεναγμό που η νευρικότητα μεταμόρφωσε σε αμήχανο χασμουρητό. Κοίταξε κλεφτά προς τον διάδρομο. Είχαν αρχίσει να κλείνουν οι πρώτες πόρτες. Σε ένα-δυο λεπτά θα έφτανε και η σειρά του. Ο ήχος του σιδερένιου σύρτη που σφάλιζε τις πόρτες των κελιών επαναλαμβανόταν, ρυθμικά σχεδόν, κάθε φορά όλο και πιο ξεκάθαρος. Άκουσε βήματα και γύρισε να κοιτάξει.

-Καληνύχτα Χαραλαμπόπουλε. Καλό διάβασμα. Συνέχεια

Γιουβαρλάκια με ρίγανη

της Θεοδοσίας Μπίτζου

Πείνα, μια τεράστια πείνα ήτανε η κυρίαρχη αίσθηση που είχα στην κηδεία του μπαμπά μου. Μετά την αγωνία των προηγούμενων ημερών που δεν μπορούσα τίποτα να φάω, το αίσθημα της επιβίωσης είχε επανέλθει. Ήτανε πριν την τελετή της ταφής, στο μικρό ειδικό χώρο του νεκροταφείου, η κοιλιά μου γουργούριζε και μια ξινή γεύση ερχότανε στο στόμα μου. Ο μπαμπάς στο κέντρο και όλη η οικογένεια γύρω του, η μαμά μαυροντυμένη, καθιστή και εμείς τα παιδιά, η αδελφή μου, ο αδελφός μου και εγώ, χωρίς να μιλάμε, κοιτάζαμε κάτω. Ένα συνεχές μουρμουρητό ερχότανε στα αυτιά μου από το περιβάλλον και λίγοι διακριτοί ήχοι, όπως ο μεταλλικός χτύπος της καμπάνας του παρεκκλησίου και κάποιος που φυσούσε έντονα τη μύτη του. Το λιβάνι καβουρντιζότανε, σχεδόν καιγότανε, το κερί έλιωνε στη φωτιά σιγά-σιγά τσιτσιρίζοντας, έξω έπλενε μια σιγανή ανοιξιάτικη βροχή που ευωδίαζε τα χόρτα.  Συνέχεια

Η Επιστροφή του Αστακού

δομή vs περιεχόμενο, σημειώσατε 2

του Λευτέρη Γιαννακουδάκη

Οι ιστορίες μπορούν να χωριστούν, ανάλογα με τη δομή τους και τα επίπεδα των συγκρούσεων που περιλαμβάνουν, σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: κλασική, μοντέρνα, μεταμοντέρνα. Δύο από τα μοτίβα συγκρούσεων που ορίζουν την κλασική ιστορία είναι «άνθρωπος ενάντια στη φύση» και «άνθρωπος ενάντια σε άνθρωπο», ενώ δύο αντίστοιχα για την μοντέρνα είναι «άνθρωπος ενάντια στην κοινωνία» και «άνθρωπος ενάντια στον εαυτό του». Οι ταινίες «Η Επιστροφή» του Αλεχάντρο Γκονζάλεζ Ινιαρίτου (σε σενάριο του Μαρκ Σμιθ και του Αλεχάντρο Γκονζάλεζ Ινιαρίτου) και «Ο Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου (σε σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου και του Γιώργου Λάνθιμου) είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα που πατάνε στις δύο αυτές πλοκές αντίστοιχα, αποτελώντας όμως ταυτόχρονα και απόδειξη του γεγονότος ότι αυτό που μετράει περισσότερο είναι το μήνυμα και όχι το μέσο. Συνέχεια