Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος

της Ilsa Lund

Ο Νίκος ακίνητος, με μια λύπη μέσα του, μπροστά στο κηδειόσημο. Επίσημα γράμματα και χωρίς φωτογραφία. Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, ετών 98. Από κάτω τριών γενεών ονόματα, στο τέλος το μέρος της ταφής: νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας. Το μικρό νεκροταφείο, στο δρόμο προς την Άνω Πόλη.

Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, ο φίλος του, αν και πολύ νεότερος απ’ αυτόν, ο γείτονας του με βαθύ βλέμμα και αγάπη για τη ζωή. Μια ιστορία ο ίδιος. Ανάμεσα στα γαλάζια μάτια του, στο τρίτο μάτι, οι δυο μεγάλοι πόλεμοι, η κόκκινη επανάσταση, ο ερχομός του από την Κωνσταντινούπολη το ‘56, ο άνθρωπος στο φεγγάρι, η χούντα, η μεταπολίτευση, το μνημόνιο και, τέλος, ο θάνατος, μπροστά σε ένα φλιτζάνι τσάι και μια φρυγανιά, ένα παγερό πρωινό με τον Καραγιέλ, τον μαύρο άνεμο, από τη μεριά της γενέθλιας πόλης του. Το μεσημέρι, στην πορεία της ταφής, σιωπή και μια ψιλή βροχή, σαν ένα γκρίζο πέπλο πάνω στο μαύρο κασμιρένιο παλτό του Νίκου, πάνω στις λασπωμένες πέτρες του κεντρικού μονοπατιού, στις υγρές φωτογραφίες, στα οξειδωμένα καντήλια, στις πένθιμες επιγραφές, στη μελαγχολία του λόφου, των κυπαρισσιών, των ηλικιωμένων συγγενών. Και αντίθετα ένα ανεπαίσθητο διαρκές μουρμουρητό από τα νεαρά παιδιά, δισέγγονα τα περισσότερα, με αρχηγό έναν στεγνό νεαρό με τα σημάδια της εφηβείας στο πρόσωπο και ειρωνικό χαμόγελο, ανάμεσα στους ξένους τάφους, με μεγάλες δρασκελιές, διακριτικά χαχανητά, νευρικότητα και σχόλια για το ύψος των πεθαμένων, το χρώμα των ματιών τους, το μέγεθος του στήθους των γυναικών, το μάκρος των μαλλιών τους. Ο Νίκος, αφηρημένος, με το βλέμμα στα παιδιά, στις φωτογραφίες των νεκρών κι έξαφνα σε έναν φάκελο μπροστά στο λασπωμένο δεξί παπούτσι του. Συνέχεια

Advertisements

Η μουριά δίπλα στο ποτάμι

της Ilsa Lund

Έβρεχε όλο το βράδυ. Η βροχή ακουγόταν στο μπαλκόνι, ασταμάτητος πυροβολισμός πάνω στη τσίγκινη λαμαρίνα, προστασία για τα περιστέρια, και δεν τον άφησε να κοιμηθεί, μόνο στριφογύριζε με αναστεναγμούς, μέχρι τις εξήμισι που χτύπησε το ξυπνητήρι. Σηκώθηκε ανακουφισμένος, η γυναίκα του δεν ένιωσε ούτε μια σφαίρα, γιατί κοιμόταν με τα χέρια ανοιχτά πάνω από το κεφάλι της, ροχαλίζοντας ατάραχη. Ακολούθησε την ίδια διαδρομή πρώτα δεξιά, τουαλέτα, και μετά ευθεία, διάδρομος, καφές, τσιγάρο στο μπαλκόνι, μισός κάτω από την κουπαστή της πόρτας, κοιτάζοντας το στραβό κομμάτι ουρανό που περίσσευε στον τυφλό δρόμο, με πέντε – έξι διαφορετικές στρώσεις μαύρου. Στις επτάμισι βρισκόταν στο αυτοκίνητό του, ένα γκρι Οpel Corsa ,και ξεκίνησε τη διαδρομή για το κεντρικό κτήριο της διοίκησης. Πλησιάζοντας προς το κέντρο της πόλης, πήρε τη δεξιά στροφή που τον έβγαλε στο δρόμο δίπλα στο ποτάμι, γιατί εκεί πάντα έβρισκε χώρο για πάρκιν και μάλιστα επιδίωκε τη θέση κάτω από μια μουριά, που το καλοκαίρι τού εξασφάλιζε σκιά, και το χειμώνα, δεν ήξερε, αλλά εξακολουθούσε πάντα να το βάζει εκεί, εξάλλου πια ήταν το μέρος του. Όμως εκείνο το πρωί είδε με έκπληξη αρχικά και μετά με οργή που δεν ταίριαζε, όχι δεν ταίριαζε καθόλου, ούτε για το κατάλληλο της ώρας και πολύ περισσότερο της θέσης, το συνεργείο του δήμου να κόβει τη μουριά. Συνέχεια

Τραπέζι από χέρι

της Ilsa Lund

Ο φωταγωγός του διαμερίσματος ρουφούσε τους ήχους και, χωρίς διέξοδο στην κορυφή του, τους έστελνε πίσω διπλάσιους σε ένταση, οι ψίθυροι γίνονταν φωνές, οι φωνές ουρλιαχτά. Οι τέσσερις ιδιοκτησίες μοιράζονταν τα μυστικά τους, αλλά έκαναν πως δεν το γνώριζαν. Τον Παράσχο τον συναντούσαμε πριν πέσει η μονοκατοικία του, να έχει στο πλάι του σπιτιού του, εκεί που τέλειωνε το πεζοδρόμιο, ένα ξύλινο τετράγωνο τραπέζι και πάντα με παρέα να πίνει. Σαν ιδιοκτήτης πήρε τον πρώτο όροφο και το τραπέζι μεταφέρθηκε στο μπαλκόνι. Ζούσε με την υπερήλικη μητέρα του. Τα βράδια τον ξυπνούσε, σταμάτα της φώναζε, κοιμάμαι, σκάσε, σκάσε, σκάσε, τον ακούγαμε για βασανιστικά λεπτά μέχρι που μια ιαχή κρεσέντο έσκιζε τα πατώματα και η φωνή του αντηχούσε μέχρι τα τείχη της πόλης, σκάαασε. Τα μεσημέρια τον βλέπαμε να την ταΐζει με το κουταλάκι, στο τραπέζι όλα πάνω, φάρμακα, μπουκιές, ένα γέρικό χέρι, κουτάκια από μπύρες. Συνέχεια

Αλφαβητάρι

της Ilsa Lund

Ας
Βάδιζαν γρήγορα
Γύρισε ο ήλιος
Δεν ήξεραν το δρόμο
Έπιασε το σκοτάδι γλυκό μαύρο Συνέχεια

Τα εφήμερα*

της Ilsa Lund

Με αφορμή τις «Κάμπιες»
του Διαμαντή Αξιώτη

Έκλεισε την πόρτα του γραφείου. Ο διευθυντής μόλις του είχε ζητήσει να ξεκινήσει τη μηχανογράφηση του βιβλίου των νεκρών ως ο μέγας ληξίαρχος του δήμου. Θα ξεκινούσε από το πρώτο έτος της τρίτης χιλιετίας. Έπιασε το σωστό τόμο και βρήκε τον πρώτο δηλωθέντα νεκρό της πρώτης πρώτου του δύο χιλιάδες μετά Χριστόν: Μαρία Προύσαλη γεννηθείσα το 1911 στην Αδριανούπολη. Έβαλε το στίκερ και άρχισε σκυφτός να εργάζεται ως τις τρεις ακριβώς σύμφωνα με το ρολόι του τοίχου. Περνούσε τα στοιχεία αργά χτυπώντας τα πλήκτρα με τα δύο δάχτυλα. Τα στοιχεία των γραμμάτων γράφονταν με γραμματοσειρά Άριαλ, γιατί έτσι του είχε πει ο πληροφορικάριος της υπηρεσίας, αυτός που του άφησε μια μέρα μπροστά του τον υπολογιστή, ένα μάτι μεταλλικό, που καταπίνει γράμματα και λέξεις και τις στέλνει στον απόπατο. Συνέχεια

Ταραραρούρα

Με αφορμή το βιβλίο
του Δημοσθένη Παπαμάρκου «Γκιακ».

της Ilsa Lund

Γκιακ. Δεν αναγνώριζα τα αρβανίτικα. Στην πατρική βιβλιοθήκη υπήρχε μια έκδοση για την ελληνική γλώσσα. Στα τελευταία φύλλα βρίσκονταν κείμενα σε ελληνικές διαλέκτους. Παίζαμε απαγγέλλοντας και προσπαθώντας να βγάλουμε νόημα. Στα αρβανίτικα δε βγάζαμε ποτέ, για αυτό ανάλογα με τον τόνο και το ρυθμό των λέξεων επινοούσαμε το περιεχόμενο και το απαγγέλαμε επιλέγοντας συνήθως ύφος δραματικό που καθόλου δεν ταίριαζε. Συνέχεια

Από τη βάρδια γύρισες μεσάνυχτα

της Ilsa Lund

Από τη βάρδια, γύρισες μεσάνυχτα
Ίσως μες στο σαλόνι, να χορεύανε μια πόλκα οι δικοί μου,
Κάποια στιγμή, στα αυτιά μου μόνο άκουγα
την πένθιμη, απ’ την αρρώστια αναπνοή μου.
Συνέχεια

Η κερδισμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ

της Ilsa Lund

Πριν ένα χρόνο, σε μια άσκηση δημιουργικής γραφής, σχετικά με το λογοτεχνικό ύφος επιλεγμένων συγγραφέων και γράφοντας κείμενα, αντίστοιχου ύφους, ήρθαμε σε επαφή με το κείμενο του Χάινριχ Μπελ, Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ . Το εγχείρημα της μίμησης ύφους, μας στρέφει στο κείμενο με το ματογυάλι, παρατηρώντας στοιχεία που κάνουν κάθε συγγραφέα μοναδικό.
Βρήκαμε στο Μπελ, την ειρωνεία, την υπεκφυγή, την έμμονή στην λεπτομέρεια, τη χειρουργική ματιά. Συμπαθήσαμε την ηρωίδα από τις πρώτες σελίδες, σταθήκαμε στον τίτλο που παίρνει θέση. Η Καταρίνα και η χαμένη της τιμή.   Πριν λίγο καιρό, παρουσιάστηκε στην πόλη μας μια   θεατρική παράσταση, από την ομάδα Ubuntu, μια αφρικάνικη λέξη, που συμβολίζει το μοίρασμα και τη συνύπαρξη, όπως αναφέρει η σκηνοθέτης Ελεάνα Τσίχλη, βασισμένη στο βιβλίο του Μπελ. Βρέθηκε από το Bios, ένα αστικό βιομηχανικό χώρο, με απουσία κλασσικής θεατρικής σκηνής, σε μια βοηθητική, θεατρική αίθουσα του Νέου Πολιτιστικού Κέντρου, που ενδείκνυται περισσότερο για σεμινάρια, εισηγήσεις, παρουσιάσεις βιβλίων κοκ. Συνέχεια

Πολύχρωμες βιόλες

της Ilsa Lund

Εμένα οι φίλοι μου είναι πολύχρωμες βιόλες
Ακούγονται να παίζουν σε τέμπο μόλτο
σε γειτονιές που τα δέντρα κουρεύονται το δείλι
και τα παιδιά ζαλίζουνε τον κηπουρό,
σε λιμνάζοντα προάστια από Μέττερνιχ και Ντάισελμπλουμ.
Συνέχεια