Έλα, να έρχεσαι

της Μαρίας Νταναλάκη

Κάτω απ’ τον ξάστερο ουρανό που ορίζει το φεγγάρι
έκανε παύση η τρελή του Αίολου ανεμοζάλη
Που από το χέρι απαλά στο γιορτινό ακρογιάλι
μας είχε θέσει. Σε αγκαλιά ονείρου ή ήταν άλλη;

Στης Αφροδίτης την ακτή μας έβγαλε το κύμα
κι ήταν τα βότσαλα στιλπνά, σαν άστρα ήταν κι εκείνα.
Κι εκεί σιμά φτερούγιζε σαν έρωτα σημάδι
ένα μικρό τρελό πουλί  στο λαμπερό ακρογιάλι. Συνέχεια

Advertisements

«Η Ωραία Αθοκουτάλα», μια ορεσίβια…. Σταχτοπούτα

της Μαρίας Νταναλάκη

Αθοκουτάλα: α) ένα ταπεινό αλλά απαραίτητο σκεύος της κρητικής οικοσκευής, που χρησιμοποιούνταν για να σκαλίζουν τη στάχτη, τον «άθω», β) η κοπέλα που ανακατεύεται με τις στάχτες -συνεκδοχικά με τις πιο βρώμικες και ποταπές δουλειές σε ένα σπίτι- και οι στάχτες γίνονται στοιχείο της εμφάνισης και του χαρακτήρα της και γ) εργαλείο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να αποκαλύψει και να αποτυπώσει την ιδιοσυγκρασία και ντοπιολαλιά των Κρητικών σε μια συγκεκριμένη τοπική και χρονική πραγματικότητα -ορεινά Αστερούσια του περασμένου αιώνα.
Η «Αθοκουτάλα», το παραμύθι του Γιώργη Σταματάκη, είναι καθένα από τα παραπάνω και όλα μαζί. Είναι όμως και «ωραία»; Την ηρωίδα, όσα πλουμίδια και να φορέσει, δυσκολευόμαστε να τη δούμε «ωραία» -πόσο ωραία μπορεί να γίνει μια «μοσχοκούζουλη»; Η στάχτη γίνεται το καταφύγιο και η σκευή της, αλλά όση στάχτη και να τινάξει από πάνω της δεν μπορεί αυτή να μπει στα μάτια του θεατή και να συγχωρήσει, ή έστω να παραβλέψει το φρικιαστικό γεγονός στο οποίο η ηρωίδα ήταν ακούσια παρούσα. Συνέχεια

Το μπαλάκι

της Μαρίας Νταναλάκη

Δεν είχε άλλη επιλογή, έπρεπε να πάει στο βρωμοπαρκάκι. Μεσολαβούσε κάτι λιγότερο από ώρα για να πάει τη μικρή στα αγγλικά. Κάπου στη μέση της διαδρομής προς το φροντιστήριο και με ελάχιστους επισκέπτες. Μόνο κάποιοι που έβγαζαν βόλτα τους σκύλους για να χέσουν. Ο καθένας με την ανάγκη του. Μήπως κι αυτοί δεν βρίσκονταν από ανάγκη εκεί; Αν δεν το είχαν διαλύσει με τη μάνα της, τώρα θα κάθονταν στο τραπέζι και θα έτρωγαν σαν άνθρωποι ένα πιάτο φαΐ. Άλλωστε το σπίτι τους ήταν δυο στενά παραδίπλα. Αλλά εκείνοι όχι. Έπρεπε να είναι στο δρόμο, σαν αδέσποτα. Να βολοδέρνουν με ένα ρολόι στο χέρι και να παλεύουν με αυτό τον αναθεματισμένο ήλιο. Ένιωθε τις ακτίνες του να διαπερνούν το χιλιοφορεμένο του μπλουζάκι και να του τσουρουφλίζουν το δέρμα.  Συνέχεια

Αλφαβητάρι

της Μαρίας Νταναλάκη

Ακαταλαβίστικα
Βρωμόλογα σβησμένα
Γραμμένα με μαρκαδόρο
Δακρύβρεχτα σημειώματα στον τοίχο
Επιμελώς τοποθετημένα σε μια σειρά Συνέχεια

Ταξίδευες σε μια γραμμή ατελεύτητη

της Μαρίας Νταναλάκη

Ταξίδευες σε μια γραμμή ατελεύτητη
δίχως κουμπάσο ή κάποιο χάρτη για πορεία
πάνω στο απέραντο, στη θάλασσα που σ’ έτρεφε
αρρώστια ή άβυσσος δεν είχε σημασία.
Συνέχεια

Αστέρια που τρεμοσβήνουν

της Μαρίας Νταναλάκη

Εμένα οι φίλοι μου είναι αστέρια που τρεμοσβήνουν.
Ενσωματώνουν την ελάχιστη ύλη που τους περιβάλλει και παράγουν φως.
Όπως τα αστρικά “Γκέηζερ”. Εκτοξεύουν την ενέργεια τους θεαματικά και μετά σβήνουν. Περιστασιακά.
Συνέχεια