Σήματα από τον W49

της Θεοδοσίας Μπίτζου

Χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Ο ήχος του αντήχησε απαιτητικά στο άδειο χολ του παλαιού νεοκλασικού. Σηκώθηκα αμέσως από το γραφείο μου για να ανοίξω και στο σύντομο δρόμο μέχρι την είσοδο μόλις που πρόλαβα να κουμπώσω τη ρόμπα μου, να ισιώσω από μέσα την γραβάτα, και να στρώσω τις λιγοστές τρίχες γύρω από την φαλάκρα μου. Κοίταξα το μεγάλο ρολόι στον τοίχο. Είχε έλθει στην ώρα του· ακριβώς! Η σιλουέτα του διαγραφόταν καθαρά στο τζάμι της πόρτας, καθώς τα έντονα φώτα του δρόμου τον έβρισκαν πισώπλατα. Σωματώδης, τα πλούσια μαλλιά του πετάγονταν ανάκατα, τα μυτερά πέτα της καπαρντίνας του ανοιχτά, ενώ ένα τσιγάρο κρεμότανε από το στόμα του που μόλις άνοιξα το έριξε κάτω και το έσβησε με τo τακούνι της μπότας του στο κατώφλι· άλλο ένα γκρίζο σημάδι στο μάρμαρο, σκέφτηκα.
Μείναμε πολλή ώρα ο ένας απέναντι από τον άλλο και κοιταζόμαστε. Ήτανε ο ήρωάς μου κι εγώ ο συγγραφέας του. Τον καμάρωνα, ένα πλάσμα της φαντασίας μου, μπροστά μου, ολοζώντανο. Ήμουνα πολύ συγκινημένος, το τελευταίο βιβλίο της επιτυχημένης μας σειράς περιπετειών επιστημονικής φαντασίας «Παράθυρο στο Σύμπαν» με τον εξερευνητή κοσμοναύτη Φρεντ είχε σχεδόν ολοκληρωθεί· η σκηνή του τέλους του από πυρά εξωγήινων όντων που θα συναντούσε στο νεφέλωμα W49 θα τέλειωνε δραματικά· μια νέα εποχή πολέμων και αντιπαλότητας θα ανέτειλε· ο σύντροφος και αντίζηλός του από την αρχή Βλαδίμηρος θα αναλάμβανε την ηγεσία του στόλου. Οι εποχές ζητούσαν δραστικές πλέον παρεμβάσεις, ο άνθρωπος θα κυριαρχούσε και σε άλλους πλανήτες, και θα υπέτασσε όποιον θα εναντιωνότανε στη θέλησή του. Συνέχεια

Advertisements

Γιουβαρλάκια με ρίγανη

της Θεοδοσίας Μπίτζου

Πείνα, μια τεράστια πείνα ήτανε η κυρίαρχη αίσθηση που είχα στην κηδεία του μπαμπά μου. Μετά την αγωνία των προηγούμενων ημερών που δεν μπορούσα τίποτα να φάω, το αίσθημα της επιβίωσης είχε επανέλθει. Ήτανε πριν την τελετή της ταφής, στο μικρό ειδικό χώρο του νεκροταφείου, η κοιλιά μου γουργούριζε και μια ξινή γεύση ερχότανε στο στόμα μου. Ο μπαμπάς στο κέντρο και όλη η οικογένεια γύρω του, η μαμά μαυροντυμένη, καθιστή και εμείς τα παιδιά, η αδελφή μου, ο αδελφός μου και εγώ, χωρίς να μιλάμε, κοιτάζαμε κάτω. Ένα συνεχές μουρμουρητό ερχότανε στα αυτιά μου από το περιβάλλον και λίγοι διακριτοί ήχοι, όπως ο μεταλλικός χτύπος της καμπάνας του παρεκκλησίου και κάποιος που φυσούσε έντονα τη μύτη του. Το λιβάνι καβουρντιζότανε, σχεδόν καιγότανε, το κερί έλιωνε στη φωτιά σιγά-σιγά τσιτσιρίζοντας, έξω έπλενε μια σιγανή ανοιξιάτικη βροχή που ευωδίαζε τα χόρτα.  Συνέχεια