Επίσκεψη

 

της Άννας Μπιμπάκη

Η βροχή που ξεπλύνει τους δρόμους, τώρα πια έχει σταματήσει. Τα φώτα των δρόμων, γεμίζουν με το κίτρινο μελαγχολικό φως τους, την πόλη. Λέω ψέματα ότι πάω στην σχολή αλλά εγώ το ξέρω βαθιά μέσα μου, ότι εκεί μέσα δεν θα ξαναπατήσω. Κάνω βόλτες στις πιο μακρινές γειτονιές της πόλης με το φόβο μην με πάρει κανένα μάτι. Καπνίζω το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και προσπαθώ να σκορπίσω τον χρόνο στα βήματα μου. Μόνο που σήμερα έγινε κάτι περίεργο, που με ξάφνιασε πολύ. Προσπερνώντας αδιάφορα τα πρόσωπα των περαστικών, νομίζω ότι είδα εκείνη. Κοντοστάθηκα. Έχω φτάσει πάλι στην οδό Πραξιτέλους και ενώ έχω κάνει τόσους κύκλους στους δίπλα παράδρομους, τα βήματα μου πάλι με οδηγούν στην παλιά πολυκατοικία του αριθμού 35.  Συνέχεια

Αλφαβητάρι

της Μαίρης Βαβουράκη

Ανάγκη
Βοήθεια φωνάζεις
Γιατί δεν ακούει;
Δεν θέλει ν’ ακούει
Εύκολα ξέχασε την πρώτη υπόσχεση Συνέχεια

Χτίζοντας την ιστορία με το «μαγικό εάν»

του Λευτέρη Γιαννακουδάκη

Η γραφή είναι ένα παιχνίδι ερωταποκρίσεων, το οποίο παίζεται επανειλημμένα αλλάζοντας απαντήσεις, έως το σημείο που η ιστορία φτάνει στην ολοκλήρωσή της. Αυτό που ξεκινάει την έμπνευση συχνά είναι μια ιδέα η οποία έρχεται στο μυαλό μας. Σκεφτόμαστε π.χ. ότι θα θέλαμε να γράψουμε μια ιστορία για έναν ψαρά που χάθηκε στη θάλασσα και βρέθηκε σ’ ένα μαγικό νησί ή ότι θέλουμε να γράψουμε μια άλλη ιστορία για τη μοναξιά σε μια μεγαλούπολη. Από το στάδιο της ιδέας έως το σημείο της ολοκλήρωσης ενός κειμένου μεσολαβούν πολλά βήματα, αλλά το πιο βασικό είναι να βρούμε την ιστορία και το θέμα της. Η ιδέα από μόνη της δεν αρκεί, θα πρέπει να χτιστεί βήμα βήμα, λέξη λέξη, σκηνή σκηνή, μέσα από το φίλτρο του κάθε συγγραφέα. Αν δύο άνθρωποι έχουν την ίδια βασική ιδέα, θα γράψουν σίγουρα δύο διαφορετικές ιστορίες.

Συνέχεια

Αποδημία

του Αντώνη Ν. Χελιδώνη

Εδώ και κάμποσα χρόνια έπαψα να βλέπω στον ύπνο μου την πεθαμένη αγάπη. Παλιότερα την έβλεπα πολύ συχνά –και το πρωί ένιωθα ανάλαφρος, μια αόριστη μελαγχολία, μια επιθυμία να την συναντήσω.

Ο Άγγελος μού την θυμίζει ποτέ ποτέ. Τις προάλλες εκεί που καθόμαστε και κουβεντιάζαμε για τα παλιά, μου λέει ξαφνικά: Συνέχεια

Το Έλλειμμα

της Φανής Αναγνώστου

Το γέρικο οστέινο χέρι της κρατούσε το εικοσάλεπτο και το έδινε στην ταμία, για τελευταία φορά την καθοδήγησα συμβουλεύοντας τη διακριτικά ότι δεν χρειάζεται να δώσει παραπάνω χρήματα, είχε ήδη πληρώσει το λογαριασμό της. Αμέσως μετά, έφτασα στο σημείο να της συστήσω πως αν άφηνε παραπάνω χρήματα, δε θα συμφωνούσε το ταμείο στο κλείσιμο της ημέρας. «Θα είχε πλεόνασμα», όπως της επεσήμανα χαρακτηριστικά…

Συνέχεια

Η Γραβάτα

της Κλαίρης Καμπάνη

Τα μάτια μου ήταν στεφανωμένα με μαύρους κύκλους ξανά, λες και είχα να κοιμηθώ πάνω από τρεις ημέρες. Όμως μόλις είχα σηκωθεί από το κρεβάτι μετά από ένα πολύωρο και ξεκούραστο ύπνο. Κοιτάζω τον καθρέπτη του μπάνιου και κάνω τις καθημερινές μου γκριμάτσες. Χαρά, λύπη, έκπληξη, αγωνιά, περιέργεια και άλλες πολλές. Ένα συνήθειο που το έχω από μικρός. Πάντα κουβαλώ ένα καθρεφτάκι μαζί μου. Όταν νομίζω ότι έχω ανακαλύψει καινούρια γκριμάτσα, παγώνω την συγκεκριμένη έκφραση στο πρόσωπο μου, βγάζω το καθρεφτάκι μου και την αποτυπώνω καλά στο μυαλό μου, έπειτα την ονοματίζω. Φτιάχνω φράντζα.

Συνέχεια

Αλφαβητάρι

της Λίλας Καραλή

Αόρατος.
Βυθίζομαι γλυκά.
Γιατί να πρέπει;
Δεν ξέρω αν μπορώ.
Επιπόλαια ψάχνω να βρω παρηγοριά. Συνέχεια

Αγάπη

της Μαρίας Βρέντζου

Το μόνο που ήθελε ήταν αγάπη. Ήταν σίγουρη. Γι’ αυτό κι είχε βάψει τα καστανά της μαλλιά ξανθά. Όχι μόνο για να μοιάζει στην ανοιχτόχρωμη μάνα της. Όχι μόνο για να καλύπτει τα γούστα του πατέρα της. Όχι μόνο για να είναι sexy. Όχι μόνο…ουρά τα επιχειρήματα έκαναν την εμφάνισή τους, καθώς βαφόταν στον καθρέφτη του μπάνιου.

Μίνι φούστα, μπουστάκι, δικτυωτό καλσόν και μποτίνια αποτελούσαν το ντύσιμό της για απόψε το βράδυ. Θα έπαιρνε βέβαια και το δερμάτινο μπουφάν μαζί της γιατί είχαν αρχίσει τα πρώτα ψιλόβροχα. Συνέχεια

Αλφαβητάρι

της Ilsa Lund

Ας
Βάδιζαν γρήγορα
Γύρισε ο ήλιος
Δεν ήξεραν το δρόμο
Έπιασε το σκοτάδι γλυκό μαύρο Συνέχεια

Αλφαβητάρι

της Μάρθας Λυρώνη

Αύριο
Βολικό πολύ
Γερνάς, το νιώθεις
Δε θα το προλάβεις
Έρχονται, φεύγουν, πέφτουν, σηκώνονται, μένεις Συνέχεια

Λαχνοί

της Λίλας Καραλή

Ήταν ξαπλωμένος στο διπλό κρεβάτι με τα χέρια δεμένα πίσω από το κεφάλι. Κοιτούσε το ταβάνι. Συγκεκριμένα κοιτούσε ένα μικρό κομμάτι από φουσκωμένο σοβά ακριβώς από πάνω του χωρίς όμως στην πραγματικότητα να το βλέπει. Έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε τις στιγμές της ζωής του σαν άσπρα διπλωμένα χαρτάκια μέσα σε μια γυάλα. Έβαλε το χέρι του μέσα και τράβηξε τυχαία έναν λαχνό.
Συνέχεια

Κλεψύδρα

του Αντώνη Ν. Χελιδώνη

— Μπαμπά, θα μου κάνεις ένα αδελφάκι;
Σκέφτηκε γρήγορα κι έκανε λάθος.
— Μα, δεν είμαστε πια  μαζί με την μαμά, απάντησε.
— Τι σημασία έχει. Η μαμά μού είπε ότι το μωρό που περιμένει, από τον φίλο της τον Τάκη -τον γνωρίζεις- αδελφάκι μου θα είναι!
Συνέχεια

Αλφαβητάρι

της Άννας Μπιμπάκη

Αργά.
Βλέπω φως.
Γιατί περίμενα τόσο;
Δεν θυμάμαι κάτι άλλο.
Έτσι ίσως έπρεπε να γίνει. Συνέχεια

Αλφαβητάρι

της Κλαίρης Καμπάνη

Αγάπη.
Βαριά θλίψη.
Γεμάτη ψυχρά δάκρυα.
Δοσμένη σε περιττά λόγια.
Ελπίδες θαμμένες βαθιά στην άβυσσο. Συνέχεια

Τα εφήμερα*

της Ilsa Lund

Με αφορμή τις «Κάμπιες»
του Διαμαντή Αξιώτη

Έκλεισε την πόρτα του γραφείου. Ο διευθυντής μόλις του είχε ζητήσει να ξεκινήσει τη μηχανογράφηση του βιβλίου των νεκρών ως ο μέγας ληξίαρχος του δήμου. Θα ξεκινούσε από το πρώτο έτος της τρίτης χιλιετίας. Έπιασε το σωστό τόμο και βρήκε τον πρώτο δηλωθέντα νεκρό της πρώτης πρώτου του δύο χιλιάδες μετά Χριστόν: Μαρία Προύσαλη γεννηθείσα το 1911 στην Αδριανούπολη. Έβαλε το στίκερ και άρχισε σκυφτός να εργάζεται ως τις τρεις ακριβώς σύμφωνα με το ρολόι του τοίχου. Περνούσε τα στοιχεία αργά χτυπώντας τα πλήκτρα με τα δύο δάχτυλα. Τα στοιχεία των γραμμάτων γράφονταν με γραμματοσειρά Άριαλ, γιατί έτσι του είχε πει ο πληροφορικάριος της υπηρεσίας, αυτός που του άφησε μια μέρα μπροστά του τον υπολογιστή, ένα μάτι μεταλλικό, που καταπίνει γράμματα και λέξεις και τις στέλνει στον απόπατο. Συνέχεια