«Η Ωραία Αθοκουτάλα», μια ορεσίβια…. Σταχτοπούτα

της Μαρίας Νταναλάκη

Αθοκουτάλα: α) ένα ταπεινό αλλά απαραίτητο σκεύος της κρητικής οικοσκευής, που χρησιμοποιούνταν για να σκαλίζουν τη στάχτη, τον «άθω», β) η κοπέλα που ανακατεύεται με τις στάχτες -συνεκδοχικά με τις πιο βρώμικες και ποταπές δουλειές σε ένα σπίτι- και οι στάχτες γίνονται στοιχείο της εμφάνισης και του χαρακτήρα της και γ) εργαλείο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να αποκαλύψει και να αποτυπώσει την ιδιοσυγκρασία και ντοπιολαλιά των Κρητικών σε μια συγκεκριμένη τοπική και χρονική πραγματικότητα -ορεινά Αστερούσια του περασμένου αιώνα.
Η «Αθοκουτάλα», το παραμύθι του Γιώργη Σταματάκη, είναι καθένα από τα παραπάνω και όλα μαζί. Είναι όμως και «ωραία»; Την ηρωίδα, όσα πλουμίδια και να φορέσει, δυσκολευόμαστε να τη δούμε «ωραία» -πόσο ωραία μπορεί να γίνει μια «μοσχοκούζουλη»; Η στάχτη γίνεται το καταφύγιο και η σκευή της, αλλά όση στάχτη και να τινάξει από πάνω της δεν μπορεί αυτή να μπει στα μάτια του θεατή και να συγχωρήσει, ή έστω να παραβλέψει το φρικιαστικό γεγονός στο οποίο η ηρωίδα ήταν ακούσια παρούσα. Συνέχεια

Advertisements