Έλα, να έρχεσαι

της Μαρίας Νταναλάκη

Κάτω απ’ τον ξάστερο ουρανό που ορίζει το φεγγάρι
έκανε παύση η τρελή του Αίολου ανεμοζάλη
Που από το χέρι απαλά στο γιορτινό ακρογιάλι
μας είχε θέσει. Σε αγκαλιά ονείρου ή ήταν άλλη;

Στης Αφροδίτης την ακτή μας έβγαλε το κύμα
κι ήταν τα βότσαλα στιλπνά, σαν άστρα ήταν κι εκείνα.
Κι εκεί σιμά φτερούγιζε σαν έρωτα σημάδι
ένα μικρό τρελό πουλί  στο λαμπερό ακρογιάλι. Συνέχεια

Advertisements

Εδώ, στη ρωγμή του χρόνου…

 


Η στιγμή εκκίνησης της ιστορίας και
 το αναπότρεπτο της πλοκής

του Λευτέρη Γιαννακουδάκη

Ένα ερώτημα που μας απασχολεί όταν ξεκινάμε μία ιστορία είναι το «σε ποια στιγμή ξεκινάει». Ο ορισμός της «στιγμής εκκίνησης» δεν περιέχει απλώς το χρόνο με την έννοια της ώρας της ημέρας, ή ακόμα και της εποχής, αλλά περικλείει ένα ολόκληρο σύμπαν. Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι ποια στιγμή της ζωής του βασικού χαρακτήρα ξεκινάει η ιστορία και γιατί αυτή η στιγμή είναι μια μη αναστρέψιμη «ρωγμή του χρόνου»1 στη ζωή και στην αδιατάρακτη καθημερινότητά του.
Φανταστείτε ένα ξύλινο καράβι που επιπλέει σ’ ένα ποτάμι. Το καράβι έχει κουπιά, αλλά όχι μηχανή. Καθώς κινείται με το ρυθμό του ρεύματος, η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη και η κίνηση σταθερή, όσο το ρεύμα του ποταμού κινείται με σταθερή ταχύτητα. Εάν όμως σε σύντομη απόσταση ελλοχεύει ένας καταρράκτης, τότε το καράβι από ένα σημείο και μετά θα αρχίσει να κινείται με ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα σε μία πορεία που θα οδηγήσει στην πτώση του. Εάν οι κωπηλάτες αντιληφθούν έγκαιρα το ρεύμα, θα καταφέρουν να αποτρέψουν την πτώση, εάν όχι, τότε αυτή  θα είναι αναπόφευκτη. Η πορεία του λογοτεχνικού ή του κινηματογραφικού χαρακτήρα είναι ακριβώς ανάλογη: παρασύρεται από το ρεύμα της πλοκής, το οποίο αντιλαμβάνεται μόνο όταν δεν μπορεί να αντιδράσει αλλιώς και οδηγείται προς την πτώση –το μοναδικό ερώτημα που μένει ανοικτό είναι αν θα καταφέρει να επιβιώσει ή αν θα γκρεμοτσακιστεί. Συνέχεια

Γιουβαρλάκια με ρίγανη

της Θεοδοσίας Μπίτζου

Πείνα, μια τεράστια πείνα ήτανε η κυρίαρχη αίσθηση που είχα στην κηδεία του μπαμπά μου. Μετά την αγωνία των προηγούμενων ημερών που δεν μπορούσα τίποτα να φάω, το αίσθημα της επιβίωσης είχε επανέλθει. Ήτανε πριν την τελετή της ταφής, στο μικρό ειδικό χώρο του νεκροταφείου, η κοιλιά μου γουργούριζε και μια ξινή γεύση ερχότανε στο στόμα μου. Ο μπαμπάς στο κέντρο και όλη η οικογένεια γύρω του, η μαμά μαυροντυμένη, καθιστή και εμείς τα παιδιά, η αδελφή μου, ο αδελφός μου και εγώ, χωρίς να μιλάμε, κοιτάζαμε κάτω. Ένα συνεχές μουρμουρητό ερχότανε στα αυτιά μου από το περιβάλλον και λίγοι διακριτοί ήχοι, όπως ο μεταλλικός χτύπος της καμπάνας του παρεκκλησίου και κάποιος που φυσούσε έντονα τη μύτη του. Το λιβάνι καβουρντιζότανε, σχεδόν καιγότανε, το κερί έλιωνε στη φωτιά σιγά-σιγά τσιτσιρίζοντας, έξω έπλενε μια σιγανή ανοιξιάτικη βροχή που ευωδίαζε τα χόρτα.  Συνέχεια

Νοτισμένος καιρός

του Αντώνη N. Χελιδώνη

Έβρεχε συνέχεια εκείνο το απόγευμα και ράθυμος καθόταν κάτω από το δοκάρι της εισόδου, στην στενή πόρτα του μαγαζιού, άδικα να περιμένει κάποιον πελάτη. Η κίνηση δεν είχε ανοίξει καθόλου και τώρα που πήρε να βραδιάζει ήταν σίγουρος ότι κανείς δεν θα φαινόταν. Ο Δημήτρης ήξερε καλά την αγορά και τους ανθρώπους της. Είχε και τον δικό του τρόπο, επτά χρόνια τώρα στο δικό του μαγαζί, δούλος και αφεντικό. Κρατούσε το ωράριο, πάντα μάλιστα είχε την ανακοίνωση του οικείου συλλόγου σε θέση περίοπτη. Μόνος του ήταν, σε σπίτι και δουλειά. Γιατί να βιάζεται;  Συνέχεια

Μιχάλης

της Άννας Φιτσοδασκαλάκη

Στον Μιχάλη και την Άννα

Στα ίδια χνάρια πατούσε, αλλά ανάποδα: Τα τακούνια στα δάχτυλα και τα δάχτυλα στα τακούνια. Για να μη χάσει ούτε βήμα. Για να γυρίσει στον τόπο απ’ όπου έφυγε τρία χρόνια πριν. Τόσο βαριά τα βήματά του, σα να ήθελε να γυρίσει πίσω και το χρόνο που μεσολάβησε αν ήταν δυνατόν. Είχε ξεκινήσει από τα βόρεια σύνορα της χώρας λίγες μέρες πριν. Ο πόλεμος είχε τελειώσει, τους ανακοίνωσαν. Είχαν νικήσει τον εχθρό και μπορούσαν ασφαλείς να γυρίσουν πια στον τόπο τους. Κανείς δε νοιάστηκε για το πώς θα γύριζαν στα σπίτια τους. Άλλωστε κανείς δεν τους υπολόγιζε. Ποιοι είχαν μείνει; Ποιοι είχαν φύγει; Φαντάροι απαίδευτοι, αμούστακοι, αναλώσιμοι ήταν γι’ αυτούς. Δεν είχε σημασία. Κι ο Μιχάλης, είχε κι αυτός εκτελέσει το καθήκον του όπως τόσοι άλλοι. Τώρα τουλάχιστον μπορούσε, λέει, να γυρίσει πίσω λεύτερος.  Συνέχεια

Τραπέζι από χέρι

της Ilsa Lund

Ο φωταγωγός του διαμερίσματος ρουφούσε τους ήχους και, χωρίς διέξοδο στην κορυφή του, τους έστελνε πίσω διπλάσιους σε ένταση, οι ψίθυροι γίνονταν φωνές, οι φωνές ουρλιαχτά. Οι τέσσερις ιδιοκτησίες μοιράζονταν τα μυστικά τους, αλλά έκαναν πως δεν το γνώριζαν. Τον Παράσχο τον συναντούσαμε πριν πέσει η μονοκατοικία του, να έχει στο πλάι του σπιτιού του, εκεί που τέλειωνε το πεζοδρόμιο, ένα ξύλινο τετράγωνο τραπέζι και πάντα με παρέα να πίνει. Σαν ιδιοκτήτης πήρε τον πρώτο όροφο και το τραπέζι μεταφέρθηκε στο μπαλκόνι. Ζούσε με την υπερήλικη μητέρα του. Τα βράδια τον ξυπνούσε, σταμάτα της φώναζε, κοιμάμαι, σκάσε, σκάσε, σκάσε, τον ακούγαμε για βασανιστικά λεπτά μέχρι που μια ιαχή κρεσέντο έσκιζε τα πατώματα και η φωνή του αντηχούσε μέχρι τα τείχη της πόλης, σκάαασε. Τα μεσημέρια τον βλέπαμε να την ταΐζει με το κουταλάκι, στο τραπέζι όλα πάνω, φάρμακα, μπουκιές, ένα γέρικό χέρι, κουτάκια από μπύρες. Συνέχεια

Η βεβαιότητα της αβεβαιότητας

της Λίλας Καραλή

Η λαμπερή βεβαιότητα της στυγνής αβεβαιότητας στέκεται πάντα σαν νησίδα ανάμεσα σε αυτό που σχεδιάζεις και σε αυτό που εντέλει γίνεται, ανάμεσα σε αυτό που επιθυμείς και σε αυτό που έχεις πραγματικά ανάγκη, ανάμεσα σε αυτό που αντιλαμβάνεσαι και αυτό που πράγματι συμβαίνει. Ίσως δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από τον έρωτα, μιας και όλοι ξέρουμε ότι στον έρωτα όλα επιτρέπονται, ο έρωτας είναι τυφλός, στον έρωτα δεν υπάρχει λογική και πολλά άλλα συναφή που δεν συνάδουν με αιτιότητες και προβλέψεις. Ξεκινάς ας πούμε μια ερωτική σχέση με το αντικείμενο του πόθου σου και είσαι πανευτυχής και βέβαιος ότι ανακάλυψες το έτερον ήμισυ. Βεβαιότατα όμως θα έρθει, αργά ή γρήγορα, μια μέρα που θα ξυπνήσεις από τον λήθαργο του έρωτα με τάσεις φυγής ή ακόμα και αυτοκτονίας. Το παράδοξο είναι ότι και αυτό αποτελεί μια κοινή παραδοχή που όμως δραπετεύει της προσοχής μας την κρίσιμη στιγμή που λαμβάνονται καθοριστικές αποφάσεις.  Συνέχεια

Τα Σοκολατάκια

της Άννας Μπιμπάκη

Το φως του απογεύματος αρχίζει να χάνεται κι έτσι τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια και στολίδια της πόλης λάμπουν ακόμα πιο έντονα. Για άλλη μια φορά στέκομαι μπροστά στην βιτρίνα του αγαπημένου μου μαγαζιού και χάνομαι στις σκέψεις μου. Σοκολάτες Fourviere.
– Κάνει κρύο. Θέλετε να περάσετε μέσα;
Θα απορεί η κοπέλα, και με το δίκιο της. Πόσες φορές μπορεί να παρατηρήσει κάποιος την ίδια βιτρίνα; Την έχω δει εκατομμύρια φορές. Κάθε φορά όμως νιώθω ένα ενθουσιασμό σχεδόν παιδικό. Οι απλές σοκολάτες με αφήνουν αδιάφορη. Αυτές όμως είναι μαγικές, η μόνη πολυτέλεια που επιτρέπω στον εαυτό μου. Ο πατέρας μου πάντα αγαπούσε την πολυτέλεια. Παρότι δήλωνε εντόνως αριστερός, πάντα θα διάλεγε το καλύτερο κρασί, τα ακριβότερα αλλαντικά και αν του το επέτρεπαν τα οικονομικά του θα ταξίδευε μόνο και μόνο για να δοκιμάσει όλα τα γκουρμέ εστιατόρια της Ευρώπης. Εγώ, μόνο τις σοκολάτες μου χρειάζομαι και μια καλή ταινία, σε συνδυασμό ή και χώρια για να νιώσω ευτυχισμένη. Αυτή είναι η διασκέδασή μου. Θα σκεφτεί κάποιος… πολύ μοναχική διασκέδαση. Ε, και; Η μοναξιά δεν είναι κάτι που φοβάμαι. Πολλές φορές την προτιμώ. «Μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες…» Προσπαθώ ενίοτε να καταλάβω τους ανθρώπους, μα τις περισσότερες φορές δεν μπαίνω καν στον κόπο.  Συνέχεια

Εξομολογήσεις

του Αντώνη Ν. Χελιδώνη

Όλα ξεκίνησαν από εκείνη την ξαφνική του επίσκεψη. Ή μήπως από την ιδιορρυθμία του; Ο Φ. αντιπαθούσε το τηλέφωνο. Άνοιξε το σπίτι με το δικό του κλειδί και αντίκρισε την Ε. μαζί με τον Α. και τον Β. Ήξερε τα πάντα για αυτή τη σχέση, αλλά πίστευε βαθιά ότι αυτό το τετράγωνο δεν θα εκφυλιζόταν ποτέ σε ένα ποταπό τρίγωνο. Ένιωσε αμέσως μια στρογγυλεμένη κορυφή.  Συνέχεια

La Petite Ollie

της Κλαίρης Καμπάνη

Η ιστορία που θα σας πω μιλάει για την αγάπη.
Είναι η δική μου ιστορία, όπως την έζησα περίπου πριν από 30 χρόνια.

Ήταν άνοιξη του 1899. Παρίσι. Βρέθηκα σε αυτή την άγνωστη πόλη για πρώτη φορά, ήμουν μόλις 20 χρονών κι αμάθητος. Μαγεύτηκα αμέσως από τους ήχους μιας γλώσσας που δεν γνώριζα, μαγεύτηκα από μια πόλη που έσφυζε από ζωή. Είχα αφήσει πίσω με ευκολία τα πάντα. Ένα καταπιεστικό και αυταρχικό πατέρα, μια ανύπαρκτη αλκοολική μητέρα και μια φτωχή ζωή. Έπρεπε να βγάλω από πάνω μου έναν άνθρωπο που δεν ήθελα πια να γνωρίζω. Μια για πάντα.  Συνέχεια

Η ιστορία που δεν έγραψα

της Λίλας Καραλή

Υπάρχουν ιστορίες που εμφανίζονται αιφνίδια, σχεδόν κεραυνοβόλα, και άλλες που ο υπόκωφος ήχος της μυστικής τους ζύμωσης ταλαιπωρεί αρκετά πριν αρχίσουν να σχηματίζονται οι εικόνες. Το προσχέδιο που ακολουθεί ανήκει στην δεύτερη κατηγορία.
Πρόκειται για την ιστορία δυο γυναικών που μίσησαν βαθιά η μια την άλλη. Θύτες και θύματα μαζί απέναντι στο πάθος που τις έτρεφε και τις κατέστρεφε ταυτόχρονα. Αδερφές από τον ίδιο πατέρα που μεγάλωσαν σε διαφορετικά σπίτια. Συναντήθηκαν αργά, όταν πια οι ιστορίες που είχαν ακούσει ή φανταστεί για την αθέατη πλευρά του πατέρα τους ήταν αδύνατον να αλλάξουν. Παραμέρισαν και οι δυο την καχυποψία που ξεκινούσε πρώτη να μιλά και έγιναν, ας πούμε, κάτι σαν συγγενείς. Άρχισαν μάλιστα να αισθάνονται αόρατους δεσμούς και να παρατηρούν με ενδιαφέρον ομοιότητες. Ήρθαν κοντά σε ανύποπτες στιγμές, μοιράστηκαν μικρά μυστικά και ανακούφισαν τις τύψεις του πατέρα τους για την αδελφική σχέση που δεν προσπάθησε να χτίσει. Συνέχεια

Κρίση Πανικού

της Μάρθας Λυρώνη

Σήκωσε τα χαρτιά από το πάτωμα, τα έχωσε όπως όπως στο χαρτοφύλακα, τσαλακωμένα, ίσιωσε το σακάκι του, έκανε μεταβολή και κατέβηκε τις σκάλες. Δεν ήταν η πρώτη φορά, ούτε όμως και θα το συνήθιζε ποτέ. Το κατάπιε, έσφιξε τα χείλη, τα δόντια άρχισαν να τρίβονται ανεπαίσθητα μεταξύ τους, η φλέβα στη μέση του μετώπου πετάχτηκε, το πρόσωπο άρχισε να κοκκινίζει. Ευτυχώς ο τύπος που τον έσπρωξε και του πέταξε κάτω τα χαρτιά κοπάνησε και την πόρτα, δεν έδωσε συνέχεια. Τι να έκανε μόνος του; Να ζητούσε το δίκιο του; Θα φώναζαν πάλι την αστυνομία. Θα άρχιζαν πάλι τα «δεν επιτρέπεται η είσοδος» κλπ. Τα μάζεψε κι έφυγε.  Συνέχεια

Το μπαλάκι

της Μαρίας Νταναλάκη

Δεν είχε άλλη επιλογή, έπρεπε να πάει στο βρωμοπαρκάκι. Μεσολαβούσε κάτι λιγότερο από ώρα για να πάει τη μικρή στα αγγλικά. Κάπου στη μέση της διαδρομής προς το φροντιστήριο και με ελάχιστους επισκέπτες. Μόνο κάποιοι που έβγαζαν βόλτα τους σκύλους για να χέσουν. Ο καθένας με την ανάγκη του. Μήπως κι αυτοί δεν βρίσκονταν από ανάγκη εκεί; Αν δεν το είχαν διαλύσει με τη μάνα της, τώρα θα κάθονταν στο τραπέζι και θα έτρωγαν σαν άνθρωποι ένα πιάτο φαΐ. Άλλωστε το σπίτι τους ήταν δυο στενά παραδίπλα. Αλλά εκείνοι όχι. Έπρεπε να είναι στο δρόμο, σαν αδέσποτα. Να βολοδέρνουν με ένα ρολόι στο χέρι και να παλεύουν με αυτό τον αναθεματισμένο ήλιο. Ένιωθε τις ακτίνες του να διαπερνούν το χιλιοφορεμένο του μπλουζάκι και να του τσουρουφλίζουν το δέρμα.  Συνέχεια

Επέτειος

της Φανής Αναγνώστου

Στην επέτειό τους έκανα εμετό πάνω στον τάφο. Χωρίς σπλάχνα και αίμα πώς μπορείς να είσαι μάνα; Έπρεπε να αναλάβω την ευθύνη, ήμουν μόνο είκοσι τεσσάρων και μέσα σ’ ένα χρόνο έχασα και τους δύο. Τρία χρόνια έχουν περάσει από τότε. Δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω την αρρώστια, το κακό, δεν ήμουν έτοιμη να τους στερηθώ. Πρώτα έφυγε εκείνη, την κρατούσα στην αγκαλιά μου και τη νανούριζα με εκείνο το παιδικό τραγουδάκι που ήξερα πόσο πολύ της άρεσε, «έλα, ύπνε, και πάρε το…» και κοιμόταν για λίγο. Απροστάτευτη. Την κανάκευα, την τάιζα και της έτριβα την πλάτη. Άνοιγε τα μάτια της, που είχαν σουφρώσει απ’ τον πόνο, τόσο μικρά, και με κοίταζε, με παρακαλούσε, όμως δεν ήθελα να το δω, να την αφήσω, όταν στο τέλος μου την πήραν μέσα απ’ τα χέρια μου ένιωσα να μου ξεκολλούν τα σπλάχνα … Συνέχεια

Επίσκεψη

 

της Άννας Μπιμπάκη

Η βροχή που ξεπλύνει τους δρόμους, τώρα πια έχει σταματήσει. Τα φώτα των δρόμων, γεμίζουν με το κίτρινο μελαγχολικό φως τους, την πόλη. Λέω ψέματα ότι πάω στην σχολή αλλά εγώ το ξέρω βαθιά μέσα μου, ότι εκεί μέσα δεν θα ξαναπατήσω. Κάνω βόλτες στις πιο μακρινές γειτονιές της πόλης με το φόβο μην με πάρει κανένα μάτι. Καπνίζω το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και προσπαθώ να σκορπίσω τον χρόνο στα βήματα μου. Μόνο που σήμερα έγινε κάτι περίεργο, που με ξάφνιασε πολύ. Προσπερνώντας αδιάφορα τα πρόσωπα των περαστικών, νομίζω ότι είδα εκείνη. Κοντοστάθηκα. Έχω φτάσει πάλι στην οδό Πραξιτέλους και ενώ έχω κάνει τόσους κύκλους στους δίπλα παράδρομους, τα βήματα μου πάλι με οδηγούν στην παλιά πολυκατοικία του αριθμού 35.  Συνέχεια