Το παιχνίδι

της Κλαίρης Καμπάνη

Η περίπτωση της Μία είχε απασχολήσει τον Μπάσι επανειλημμένως και στο παρελθόν. Γύριζε μέσα στο κεφάλι του λάγνα, τυραννικά… ξανά και ξανά. Λαχταρούσε την ώρα που θα την έβλεπε. Η μέθοδος που ακολουθούσε ήξερε καλά ότι ήταν παρακινδυνευμένη. Του άρεσε να αγγίζει τα όρια της ηδονής δίπλα από τον θάνατο. Έπαιζε κάθε φορά ένα παιχνίδι με στοίχημα πάντα την ίδια τους τη ζωή. Όμως αυτό ήταν που τον έκανε να νιώθει περισσότερο ζωντανός από οτιδήποτε άλλο. Αυτό το κομμάτι το λάτρευε. Ήταν πια ώρα, κάθισε αναπαυτικά στη μεγάλη και αφράτη πολυθρόνα και ετοιμάστηκαν για ένα νέο ταξίδι. Τρύπωσε ξανά μέσα στο μυαλό της. Ένιωσε το αίμα της να κυλάει στο αίμα του, άκουγε τους χτύπους της καρδιάς της στην δική του καρδιά. Ο πόνος της γινόταν δικός του. Έγιναν ένα σώμα… ακριβώς όπως κάθε φορά. Αναρωτιόταν πού θα τον πήγαινε σήμερα. Τι μονοπάτια του μυαλού της θα ξεκλείδωνε.
Άνοιξε τα μάτια του. Σκοτάδι. Ήταν πεσμένος στο δάπεδο. Γυμνός. Όλοι οι πόροι του σώματος του είχαν προβάλει στο δέρμα του. Το πάτωμα ήταν ψυχρό και υγρό, του προκαλούσε ρίγος διαπερνόντας σαν ρεύμα την σπονδυλική του στήλη. Του άρεσε. Χρησιμοποίησε τα χέρια του έρποντας προσεχτικά, εξερευνώντας τον χώρο. Τα μάτια του σύντομα προσαρμόστηκαν στο λιγοστό φως που έμπαινε από ένα μικροσκοπικό αεραγωγό κάπου ψηλά. Μπορούσε να αντιληφθεί ελάχιστα τον χώρο. Ίσως ένα άδειο δωμάτιο. Τίποτα παραπάνω. Σύρθηκε όσο περισσότερο μπορούσε, προσπαθώντας να βρει κάποιον τοίχο, κάποιο άνοιγμα… μια πόρτα. Ένιωσε την ανάσα της γρήγορη. Όλο του το κορμί κυριεύτηκε από φόβο και οι παλμοί της καρδιάς του ανέβηκαν με γρήγορους ρυθμούς. Το σώμα του αρνούνταν να κινηθεί. Είχε χάσει τον έλεγχο. Έπρεπε να τον πάρει πίσω. Η Μία ξέφευγε. Της μίλησε απαλά προσπαθώντας να την καθοδηγήσει, να την ηρεμήσει. Υπάκουσε. Το σώμα του άρχισε πάλι να κινείται. Σύρθηκε με γόνατα και χέρια μέχρι που ακούμπησε έναν τοίχο. Προσπάθησε να στηριχτεί πάνω του για να σηκωθεί. Δεν ήταν εύκολο. Ο τοίχος δεν άφηνε τα υγρά του χέρια να σταθούν πάνω τους. Τα πόδια του δεν τον βαστούσαν. Γλιστρούσε. Γυαλί, σκέφτηκε. Ένας γυάλινος τοίχος. Ένα ξέψυχο κόκκινο φως άναψε μέσα από αυτόν καθρεφτίζοντας το είδωλό της. Αυτό που είδε δεν της άρεσε, την αναστάτωσε. Άρχισε να χτυπάει τις σφιγμένες της γροθιές με δύναμη πάνω του, στριγκλίζοντας και ζητώντας βοήθεια. Ο τοίχος έσπασε σε μικροσκοπικά κομμάτια και σαν χιλιάδες διαμάντια που χύνονται στο δάπεδο ήχησαν καθώς έφταναν κάτω. Τα χέρια της μάτωσαν, τα κόκαλά της φάνηκαν σακατεμένα. Το φως χάθηκε. Η θέα της γέμισε με ηδονή όλο του το κορμί. Η Μία άρχισε να μετράει. Σηκώθηκε. Στα πόδια της κάρφωσαν κομμάτια από το σπασμένο γυαλί. Ο πόνος ήταν βασανιστικός, εκείνος όμως ήθελε παραπάνω. Δεν την άφησε εκεί. Της είπε να προχωρήσει.
Ακουμπώντας τις παλάμες της στον τοίχο μετρούσε κινούμενη προς τα αριστερά. Τα πόδια της γλιστρούσαν στο αίμα που άφηναν τα βήματά της. Έπεφτε, σηκωνόταν. Στο πρόσωπό του κυλούσαν τώρα δάκρυα. Σταμάτησε το μέτρημα. Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο. Η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου δέντρου και μια γερή δόση από νέφτι κατέκλυσαν αμέσως τα ρουθούνια του. Στο άγγιγμά του ανακάλυψε κάθετες σανίδες από απλάνιστο ξύλο. «Πιο δυνατά! Ακούμπησέ το πιο δυνατά!» της φώναζε. Στα ματωμένα της χέρια χώθηκαν σκλήθρες, μεγάλες, βαθιά κάτω από το λεπτό της δέρμα. Έκαναν τον πόνο της αφόρητο. Εκείνος άγγιζε το σώμα της, το σώμα του, το χάιδευε πλημυρισμένος από ηδονή. Δεν της έδωσε χρόνο για να αντιδράσει, συνέχισε το μέτρημα μέχρι το είκοσι. Είχε κολλήσει το πρόσωπό της στον τοίχο. Η αφή δεν ήταν αυτή που του αποκάλυψε το νέο υλικό. Αυτή τη φορά ήταν η γεύση. Έτριψε τα χείλη της στην επιφάνεια. Ακούμπησε τη γλώσσα της διστακτικά. Το στόμα του γέμισε σίδερο, σκουριά. Ήταν λαμαρίνα. Σωριάστηκε στο πάτωμα. Έπρεπε να πάρει πάλι τον έλεγχο. Άρχισε να μετρά. Η Μία σηκώθηκε και συνέχισε την πορεία που είχε διαλέξει. Προχωρούσε με αργά και φοβισμένα βήματα. Στο σαράντα πέντε σταμάτησε. Πούδρα, σκόνη, τραχιά επιφάνεια. Έτριψε τις παλάμες μεταξύ τους. Πονούσε, φώναξε. Το αίμα λάσπωσε και η σκλήθρες χώθηκαν πιο βαθιά μέσα της. Η πορώδης και ασβεστώδης επιφάνεια τον έκανε αμέσως να καταλάβει τον πέτρινο τοίχο. Τα χέρια της γραπώθηκαν πάνω. Γρατζουνούσε με μανία τον τοίχο ουρλιάζοντας, σα να ήθελε να σκαρφαλώσει πάνω του. Τα νύχια της έσπασαν, ξεριζώθηκαν. Άρχισε να χτυπάει με δύναμη ξανά και ξανά το κεφάλι της στις πέτρες. Οι βαθιές πληγές στο μέτωπο της άφηναν το καυτό της αίμα να κυλάει ευχάριστα στο πρόσωπό του. Έγλειψε τα χείλη του. Η μεταλλική τους γεύση ξύπνησε μνήμες από άγρια, παλιά όργια μέσα του. Είχε γίνει αχόρταγος, ο πόνος γινόταν τόσο ηδονικός που κυλούσε σαν ναρκωτικό στο σώμα του. Δεν τον χόρταινε, ήθελε όσο περισσότερο μπορούσε. Άγγιξε ξανά τον εαυτό του, ήρθε γρήγορα σε οργασμό. Η Μία έπεσε κάτω. Το κορμί της σφάδαζε, έπειτα αμέσως πάγωσε. Δεν μπορούσε να τη χάσει. Τη χρειαζόταν. Θα τη χρειαζόταν ξανά. Άπλωσε απαλά τα χέρια του πάνω της. Την τράβηξε. Εκείνη σηκώθηκε. Την ηρέμησε. Έβαλε τα χέρια της στον τοίχο. Προσπάθησε να καταλάβει τι έκρυβε. Η αφή θα επιβεβαίωνε αυτό που δεν μπορούσε η όραση. Ακανόνιστα γεωμετρικά σχήματα. Κάποια γραφή ίσως. Τα χέρια του τραβήχτηκαν απότομα. Κοκάλωσαν στον αέρα αρνούμενα να κάνουν οτιδήποτε. Η Μία δεν ήθελε πια να συνεργαστεί. Δεν αντιδρούσε. Ήταν αδύνατο να κουνήσει. Δεν τον άκουγε πια. Εκείνος νόμιζε ότι αν έπεφτε κάτω θα έσπαζε σε χίλια κομμάτια σαν μια πορσελάνινη κούκλα. Έπρεπε όμως πάση θυσία να μάθει τι ήταν γραμμένο πάνω στον τοίχο. Άρχισε να την πιέζει. Φώναζε μέσα στο μυαλό της προσπαθώντας να τη φτάσει στα άκρα. Ήταν πλέον πολύ κοντά για να τα παρατήσουν. Δεν έπρεπε να χάσει τις αισθήσεις της, αυτό θα σήμανε θάνατος και για τους δύο. Πήρε τον έλεγχο και κόλλησε τα χέρια του σα μαγνήτης πάνω στις πέτρες. Κίνησε τα κατεστραμμένα δάχτυλά του μέσα στα αυλάκια, μαντεύοντας ένα ένα τα γράμματα. Μ  π  ά  σ  ι … έγραφε Μπάσι. Η Μία τράβηξε τα χέρια της απότομα. Άρχισε να ουρλιάζει επαναλαμβάνοντας την ίδια φράση, ξανά και ξανά. «Άφησέ με, Μπάσι… Άφησέ με, Μπάσι Στάιμον!! Μ’ ακούς;» Η ανάσα του έβγαινε κοφτή από το στόμα του. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε σαν τρελό. Σπασμοί κάλυψαν όλο του το κορμί. Αυτήν τη φορά δεν είχε άλλη επιλογή, έπρεπε να τον φέρει πίσω. Του είπε να ακολουθήσει τον ήχο της φωνής της και μετρώντας αντίστροφα από το τρία τον ξύπνησε.
Ο Μπάσι ανακάθισε στη πολυθρόνα ξαναμμένος, ο ιδρώτας κυλούσε στο στέρνο του και το πουκάμισό του είχε μουσκέψει. Την κοίταξε με ικανοποίηση, είχε αγγίξει για μια ακόμη φορά τα όρια της ηδονής. Η αίσθηση που λαχταρούσε ήταν ξανά εκεί. Φυσικά δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα. Αυτοί ήταν άλλωστε και οι κανόνες. Η Μία αμίλητη, του έδινε χρόνο να συνέλθει. Όμως στην πραγματικότητα τον χρειαζόταν η ίδια. Ήταν τρομοκρατημένη. Προσπάθησε να αποβάλει εκείνη τη μέθη της σαρκικής απόλαυσης, η οποία είχε πρωτόγονα πλημυρίσει όλο της το κορμί. Δε θα έκανε ποτέ ξανά αυτές τις συνεδρίες.
Πότε θέλετε, γιατρέ, να ξαναβρεθούμε; Τη ρώτησε.
Αύριο την ίδια ώρα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s