Η Ψυχή στο Στόμα

Της Μαρίας Βρέντζου

Μία ταινία σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιάννη Οικονομίδη, εμπνευσμένη από το θεατρικό έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ, «Βόιτσεκ». Μόνο που «Η Ψυχή στο Στόμα», πέρα από την κοινωνική και οικονομική καταπίεση που ασκείται με σωματικά και ψυχολογικά μέσα, περιγράφει κι έναν άλλο παράγοντα που μπορεί να συνθλίψει έναν άνθρωπο, τη σκληρή γλώσσα. Αυτήν τη γλώσσα που ο Οικονομίδης εισήγαγε στην πρώτη του ταινία «Σπιρτόκουτο» και εξακολουθεί να εξελίσσει σε όλο το μέχρι σήμερα έργο του. Πώς μπορεί λοιπόν μια γλώσσα χυδαία, υβριστική, αισχρή, που επαναλαμβάνει ξανά και ξανά κάθε είδους βωμολοχία, να καταστρέψει μία συνείδηση, να αποδυναμώσει εσωτερικά έναν άνθρωπο; Οι διάλογοι του σεναρίου δουλεύτηκαν σε εξαντλητικές πεντάμηνες πρόβες με τους ηθοποιούς, είναι γνωστό άλλωστε πως ο σκηνοθέτης αλληλεπιδρά μαζί τους, εισπράττοντας από το μυαλό και την εμπειρία τους, μέσα από αυτοσχεδιασμούς, προκειμένου να χτίσει το σενάριο.
Ο ίδιος ο Οικονομίδης αποκαλύπτει πως αυτή είναι η πιο γυναικεία ταινία του, καθώς περιγράφει ένα αντρικό σύμπαν εν τη απουσία των γυναικών. Πώς φέρονται, πώς σκέφτονται, πώς εκφράζονται οι άντρες όταν δεν είναι παρούσες οι γυναίκες; Η όλη δράση εκτυλίσσεται τον χειμώνα, όπου έγιναν και τα γυρίσματα, αν και ο σκηνοθέτης αποφάσισε να κάνει μία ταινία στα ζεστά και θερμά χρώματα. Ο βασικός ήρωας, ο Τάκης (Ερρίκος Λίτσης) εργάζεται σε βιοτεχνία φωτιστικών, με εργοδότη τον Περικλή (Βαγγέλης Μουρίκης). Χρωστάει λεφτά, έχει μωρό και η γυναίκα του (Μαρία Κεχαγιόγλου) τον απατάει ανοιχτά, έχοντάς τον εξορίσει στον καναπέ του σπιτιού, αλλά και στο ίδιο του το αυτοκίνητο.
Πριν από τους τίτλους έναρξης βλέπουμε τον τραγικό ήρωα Τάκη να καθησυχάζει τον εαυτό του μπροστά σε έναν καθρέφτη μπάνιου επαναλαμβάνοντας μονότονα τη φράση «Όλα καλά», ενώ αμέσως μετά τους τίτλους έναρξης ο Περικλής εισάγεται με το να μαστορεύει ένα λούτρινο παιδικό γαϊδουράκι που τραγουδάει το γνωστό τραγούδι «Ήταν ένας γάιδαρος», σκηνοθετική προοικονομία για το είδος της ταινίας που πρόκειται να ακολουθήσει, δηλαδή μιας καθόλα σκληρής, βίαιης και αστείας κωμικής τραγωδίας.
Ο Τάκης είναι ένας άνθρωπος της εργατικής τάξης που σε μεγάλο βαθμό δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις δύσκολες απαιτήσεις της ζωής. Σε πολλές σκηνές είναι σχεδόν παραλυμένος και, αν και βασικός χαρακτήρας, αποτελεί το όχημα για να φωτίσουν οι άλλοι ήρωες που αποτελούν προϋπόθεση της καφρίλας που τον περιβάλει στο σπίτι, στη δουλειά και στην κοινωνική του ζωή. Για τις ανάγκες του ρόλου ο Ερρίκος Λίτσης έχει στην κυριολεξία μεταμορφωθεί, χάνοντας βάρος, αποκτώντας γυμνασμένο σώμα, ξυρίζοντας το κεφάλι του και αφήνοντας μουστάκι, ενώ σε όλη την ταινία είναι ντουμπλαρισμένος, διότι παίζει σε χαμηλούς σε ένταση τόνους σε σχέση με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, που μιλάνε έντονα ή και φωνάζουν. Στον αντίποδα ο Περικλής, εκπρόσωπος μιας λούμπεν μεσαίας τάξης, εμφανίζεται ως άλλος Μεφιστοφελής, σε κάποια πλάνα όμοιος με φίδι, είτε θυμίζοντας ότι έρπει είτε με τα μάτια ακίνητα σαν νεκρός. Πρόκειται για έναν ρυθμιστή καταστροφέα και διεστραμμένο προβοκάτορα. Χαρακτηριστικές είναι οι σκηνές όπου ο Τάκης του προσφέρει εν ώρα εργασίας μασάζ, κατ’ άλλους στοιχείο μιας υπολανθάνουσας ομοφυλοφιλίας ανάμεσα στους δύο, το πιθανότερο όμως παράγοντας ταπείνωσης και δουλέματος από ένα σκληρό αφεντικό προς τον αδύναμο υπάλληλό του. Η Μαρία Κεχαγιόγλου ως σύζυγος, στην κυριολεξία σωματοποιεί την ερμηνεία της περιγράφοντας το μίσος και την περιφρόνηση που νιώθει για τον άντρα της, ενώ η Μαρία Ναυπλιώτου ως γυναίκα τοκογλύφου εντυπωσιάζει σε έναν κόντρα ρόλο στην αιθέρια ύπαρξή της. Κανένας δεν μπορεί να χαρακτηρίσει τον δημιουργό για μισογυνισμό, καθώς οι ηρωίδες του είναι πάντα δυναμικές και ισχυρές περσόνες, αν και στην συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για μεταλλαγμένες γυναίκες που έχουν απολέσει τη θηλυκότητά τους, αντιγράφοντας τα αντρικά πρότυπα προκειμένου να επιβιώσουν στην ανδροκρατούμενη κοινωνία.
Πολλοί ακόμα οι χαρακτήρες που περιβάλλουν τον Τάκη, όπως οι αποσυνάγωγοι με θέματα κύρους μέσα τους, που θέλουν να μετράνε, τους έχει όμως ξεβράσει το ίδιο το σύστημα, κάποιοι συνάδελφοί του στη δουλειά, άντρες θρασύδειλοι, μισογύνηδες και ομοφοβικοί, η αδερφή του που με νεύρα διαλυμένα κακοποιεί σωματικά και ψυχικά την άλλη τους αδερφή που ανήκει στα άτομα με ψυχικές διαταραχές, ο εραστής της γυναίκας του που του κάνει τη ζωή δύσκολη και τέλος ο Τζίμης ο τοκογλύφος, στον οποίο χρωστάει λεφτά και ο Οικονομίδης αξιοποιώντας τον, ήδη από το 2006, κλείνει το μάτι στο κοινό με τη φράση «Αν ήμουν καμιά τράπεζα, θα βάραγες προσοχές».
«Η Ψυχή στο Στόμα» είναι ένα έργο τέχνης που μιλάει για μια κοινωνία την οποία η Ελλάδα της ευμάρειας και του lifestyle έκρυβε κάτω απ’ το χαλί, είναι ένας κινηματογράφος που περιγράφει τον πραγματικό κόσμο που επιλέγουμε να αγνοούμε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s