Νοτισμένος καιρός

του Αντώνη N. Χελιδώνη

Έβρεχε συνέχεια εκείνο το απόγευμα και ράθυμος καθόταν κάτω από το δοκάρι της εισόδου, στην στενή πόρτα του μαγαζιού, άδικα να περιμένει κάποιον πελάτη. Η κίνηση δεν είχε ανοίξει καθόλου και τώρα που πήρε να βραδιάζει ήταν σίγουρος ότι κανείς δεν θα φαινόταν. Ο Δημήτρης ήξερε καλά την αγορά και τους ανθρώπους της. Είχε και τον δικό του τρόπο, επτά χρόνια τώρα στο δικό του μαγαζί, δούλος και αφεντικό. Κρατούσε το ωράριο, πάντα μάλιστα είχε την ανακοίνωση του οικείου συλλόγου σε θέση περίοπτη. Μόνος του ήταν, σε σπίτι και δουλειά. Γιατί να βιάζεται; 
Όλα ήταν νοτισμένα, έξω από την εξώπορτα. Τα λιγοστά δέντρα του πλακόστρωτου, τα παγκάκια του μικρού πάρκου, τα κούτσουρα των γειτόνων κάτω από τις πρόχειρες κατασκευές. Τα φώτα άνοιγαν διπλά και η πλατεία φαινόταν, μα δεν ήταν, μεγαλύτερη. Δυο περαστικοί έτρεξαν και χώθηκαν στο καφενείο. Μια νότα ζωής, μια κίνηση αθόρυβη, γεμάτη. Νοτισμένα με μια υγρασία και τα μάτια του. Κοιτούσε και έβλεπε θολά. Το παράθυρό της ήταν για χρόνια κλειστό και η ιστορία πολλές φορές ειπωμένη. Σήκωσε το τηλέφωνο και παρήγγειλε τον καφέ του. «Μόλις μπορέσεις, Ανάστο… Δεν με βιάζει… Βρέχει κιόλας. Μόλις μπορέσεις» … Κάτι να βάλει στο στόμα του, να πάει κάτω και το τσιγάρο, μια κουβέντα να πει, το μυαλό να ξεφύγει. Πελάτης δεν πρόκειται να μπει. Κοίταξε τα ράφια με ικανοποίηση. Βασίλευε απόλυτη τάξη και τα παπούτσια όλα στην θέση και τη σειρά τους. Μέγεθος, χρώμα, είδος. Ανδρικό, παιδικά και παντόφλα. Ήταν μερακλής. Μαθημένος. Νοικοκύρης. Στις καλές εποχές δέχθηκε κάποια προξενιά. Μα και τώρα, περνάει σιγά σιγά το κακό, δεν τον πήραν δα και τα χρόνια, δεν μπορεί εύκολα να ξεφύγει από τον βραχνά της κυράς Βαγγελίας. «Αχ, κύριε Δημήτρη μου! Αχ! Να σε παντρέψω και τίποτα άλλο…»
Ο ίδιος δεν νοιάζεται. Μαθημένος. Μόνος στο σπίτι και στη δουλειά. Τα καταφέρνει, δεν ξέρει πως είναι το αλλιώς. Δεν ξέρει αν θέλει, αν μπορεί να μάθει. Βρέχει πάλι και σκέφτεται. «’Άντε μπράβο! Τον χρειαζόμουνα τώρα!», καλησπερίζει δυνατά τον καφετζή και έχει ήδη τραβήξει μια γερή ρουφηξιά απ` τον καφέ του. «Να ‘σαι καλά! Βγήκες και με τη βροχή! Το βραδάκι θα σου φέρω το φλιτζάνι, να πιούμε και μια μισή…». Ήσυχα ήταν στο καφενείο και πήγαινε. Φιλικός και περιποιητικός ο καφετζής, νοικοκυραίοι οι πελάτες. Εργάτες οι περισσότεροι στην μεγάλη εταιρεία υγραερίου. Τίμιοι άνθρωποι και κουρασμένοι. Κατέβαινε κι ο δάσκαλος για την εφημερίδα του. Κάποιες φορές να πιάσουν την κουβέντα. Τώρα, τώρα τελευταία μια δυο παρέες φοιτητές της γειτονιάς ‘φέραν μουσικές και τα κορίτσια τους. Περνάει σιγά σιγά το κακό.
Νοτισμένα ήταν όλα. Τον έπιανε κι ένας πόνος στην πλάτη κάθε φορά που άλλαζε ο καιρός. Θυμάται και ξεχνάει. Δεν ήταν ούτε τότε δυνατή η βροχή. Ούτε και το κτύπημα ήταν, μα άφησε πληγή, κάτι να υπάρχει από μια εποχή που φεύγει. Άκουγε με χαρά, με τα μάτια χαμηλά, τις κουβέντες των νεαρών. Άκουγε τη δική τους χαρά, τα νέα βήματα, τη νέα γνώση, το πάθος. Αντάλλαζαν βλέμματα, αγόρια κορίτσια, αντάλλαζαν δειλά χάδια, μαζευόταν πάλι. Άκουγε και έπινε κοφτά ένα παλιό μπρούσκο που έβγαζε στο τεζιάκι ο Ανάστος. Ο μεζές και οι κουβέντες λιγοστές. Η ζεστασιά των ανθρώπων ξεχείλιζε. Η ανάγκη για σμίξιμο, για μια στιγμή, για μια παρέα. Άλλος κάθε βράδυ, άλλοι πιο αραιά, τους συναντούσε όλους τις φορές που πήγαινε. Κάποιοι ήταν και πελάτες του, ευχαριστημένοι. Σκόντο δεν έκανε εύκολα, μα οι τιμές του ήταν καλές και η ποιότητα άριστη. Δέρματα εκλεκτά και τσαγκάρηδες μάστοροι σωστοί. Ένα καλό μεροκάματο ήθελε, είχε το σπίτι του, να βγάζει το νοίκι του μαγαζιού και τα έξοδα. Μετρημένος, μαθημένος ήτανε και του άρεσε. Είχε μιαν άνεση, δεν αφηνόταν εύκολα, μα είχε και τον τρόπο του. «Βάλε στα παιδιά, μια γύρα, βρε Ανάστο! Κρασί και μεζέ!»
Νοτισμένα ήταν όλα. Το πρώτο βράδυ, το τελευταίο. Ήταν το θλιμμένο του πρόσωπο, το λευκό της κορμί, τα τσαλακωμένα σκεπάσματα, οι απάνθρωποι ξένοι. Πάντα είχε τα μάτια χαμηλά, τ’ ανέβαζε μέχρι τα δικά της, σταματούσε εκεί, ποτέ δεν τον ενδιάφερε ο κόσμος, σταματούσε εκεί χωρίς να ξέρει ότι στον κόσμο θα τη χάσει. Νοτισμένα ήταν τότε, τα παρτέρια του κήπου, το τραπέζι της αυλής, η καρδιά της. Ραγισμένη, ερωτευμένη, πικραμένη. «Ζήσαμε μαζί», άφηνε στον πάγκο δυο λέξεις και τον λογαριασμό, ήξερε ο Ανάστος, κέρναγε την τάπα. Άνοιγε χαμόγελο, εγκάρδιοι χαιρετισμοί με τα παιδιά, έκλεινε το βήμα για το σπίτι. Μαθημένος ήταν. Μόνος. Γιατί να βιάζεται; Μαζεύει πάνω του τις στάλες της βροχής, στους φανοστάτες κοντοζυγώνει, κάθεται η υγρασία στα μάτια του, βλέπει θολά ένα παράθυρο κλειστό. Η ιστορία τον πληγώνει. Μα ομπρέλα δεν είχε ποτέ του.

Δεκέμβριος 2015

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s