Του μάστορα

της Μάρθας Λυρώνη

Κοιτούσε τα λευκά χοντρά δάχτυλά του και τα καθαρά νύχια του. Η παλάμη του είχε μαλακώσει, οι αυλακώσεις είχαν επιστρέψει. Ένιωθε το ανάγλυφο, καθώς περνούσε τον αντίχειρά του πάνω από κάθε δάχτυλο χωριστά. Από δώδεκα χρονώ στο μεροκάματο, τα χέρια που σκάρωναν αυτοσχέδιες σβούρες και μύλους, 40 χρόνια σκάλιζαν μηχανές, μαύρισαν τα νύχια του στο συνεργείο, βενζίνη και μουτζούρα. Περήφανη μυρωδιά, με τον ιδρώτα του συντηρούσε τη μάνα του και τον αδερφό του, και μετά τη δική του οικογένεια. Όταν πρωτοάνοιξε το μαγαζί, νύχτα έφευγε, νύχτα γύριζε. Πάνω στα λευκά σεντόνια του νοσοκομείου, με τον διάφανο ορό να κυλάει αργά μέσα του, ένιωθε χειρότερα από άρρωστος, ανήμπορος. Η θέση του ήταν στο μαγαζί, όχι στο αποστειρωμένο δωμάτιο. Η κυρά έστεκε δίπλα του άγρυπνος φρουρός, μόνο όταν έμπαινε η νοσοκόμα ή ο γιατρός, εξαφανιζόταν για λίγο μαζί τους κατά την έξοδο. Πέρασε ένα μήνα στο νοσοκομείο, τα χέρια του είχαν ασπρίσει, πάνε οι μουντζούρες, πάνε τα μαυρισμένα νύχια, έχασε τα παράσημά του. Μετά την εγχείρηση το σπίτι δεν τον χωρούσε, έπρεπε να πάει στο μαγαζί. Όσο μαλάκωναν τα χέρια του από το καθισιό, μαλάκωνε κι ο ίδιος. Έβαλε την τραγιάσκα του, φόρεσε το μπουφάν αργά, πρώτα το ένα μανίκι, τα ράμματα στην κοιλιά τον τραβούσαν, έγειρε το σώμα του για το άλλο. Σκυμμένος πάνω από μία μηχανή, με το καπό να χάσκει σαν στόμα φάλαινας, ίδρωνε και ξεΐδρωνε για να λασκάρει μία σκουριασμένη βίδα. Η τομή του τον πονούσε. Θα έκανε καιρό να κλείσει είχε πει ο γιατρός, και να μην ξαναδουλέψει του είχε πει, να κάτσει να ευχαριστηθεί τη σύνταξή του. Τα φώτα του συνεργείου άρχισαν να δυναμώνουν, δάκρυα ιδρώτα έσταζαν από το μέτωπο, τα μάτια θόλωσαν. Λύγισαν τα γόνατά του, του ‘πεσε το κατσαβίδι από τα χέρια, το σώμα βάρυνε. Προσπάθησε να κρατηθεί. Άρχισε να γλιστράει πάνω στο φτερό του αυτοκινήτου, έπιασε με το χέρι την κοιλιά, τα ράμματα είχαν ματώσει, το αίμα χρωμάτιζε το λευκό πουκάμισο. Τα μάτια έκλεισαν, έπεσε στο πάτωμα. Έγειρε το κεφάλι στο πλάι, κοίταξε το κατσαβίδι, άπλωσε το χέρι και το έσφιξε, το βλέμμα του έμεινε πάνω στα μαυρισμένα νύχια του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s