Η Κλέφτρα

της Κλαίρης Καμπάνη

Η μεγάλη συρταριέρα άφηνε τα ρούχα του να φαίνονται ακατάστατα, ενώ κάποια μικρά συρταράκια παραδίπλα ήταν κλειστά. Έριξα μια κλεφτή ματιά στον γέρο πριν τραβήξω το μπρούτζινο χερούλι από το πρώτο συρταράκι. Ήταν κλειδωμένο. Το ίδιο και το δεύτερο αλλά και το τρίτο. «Σκατά», ψιθύρισα. Έψαξα στην αρχή με τα ακροδάχτυλα μου στα πλαϊνά τμήματα της συρταριέρας, από πάνω και πίσω, έπειτα χρησιμοποίησα όλη μου την παλάμη μήπως καταφέρω και βρω το κλειδί. «Δεν μπορεί όλοι αυτοί οι γέροι κάπου κοντά τα κρύβουν», σκέφτηκα. Ένιωθα τους λεπτούς και κολλώδεις ιστούς που οι αράχνες είχαν στήσει επιδέξια να μπλέκονται στα κοκαλιάρικα χέρια μου και έπειτα να πασπαλίζονται με σκόνη και φουσκωμένο σοβά που ξεκολλούσε από τον τοίχο. Γονάτισα και έγειρα το κεφάλι μου. Ήταν σκοτεινά. Τέντωσα το χέρι μου. Κάτω από το ξύλινο αυτό έπιπλο εντόπισα μια σχισμή. Σκλήθρες από το παλιό ξύλο τρύπησαν το δάχτυλο μου. «Γαμώτο!» είπα σιγανά και νευριασμένη το τράβηξα. Φύσηξα να φύγουν από πάνω του οι σκόνες και το έφερα στο στόμα. Ρούφηξα μια μικρή κόκκινη σταγόνα, ενώ μια άλλη την ρούφηξε το ξύλινο δάπεδο. Το σπίτι ήταν κρύο. Ένιωθα τα χέρια μου σαν ξύλα, άκαμπτα. Έκλεισα τις παλάμες μου κι απαλά φυσούσα ζεστή ανάσα πάνω τους. Σχεδόν ξαπλωμένη στο βρώμικο πάτωμα του γέρου προσπάθησα ξανά. Με μόνο οδηγό την αφή βρήκα μια θήκη στο κάτω μέρος της συρταριέρας, ένα ψυχρό και μικρό αντικείμενο ακούμπησε το δέρμα μου. Το έβγαλα με αργές κινήσεις και το έφερα μπροστά μου. «Μπίνγκο!» φώναξα δυνατά μέσα στο κεφάλι μου. Είχα καταφέρει να βρω το κλειδί. Δεν ήταν σκονισμένο, πράγμα το οποίο δήλωνε ότι ο γέρος το χρησιμοποιούσε συχνά. Σηκώθηκα αργά. Το δοκίμασα στο πρώτο συρταράκι. Λίγο όμως πριν το βάλω στην κλειδαριά τα δάχτυλα μου με πρόδωσαν και το κλειδί γλίστρησε από μέσα τους, έπεσε κάτω αφήνοντας ένα μεταλλικό ήχο. Εκείνη την στιγμή ένιωσα το αίμα μου να τρέχει μέσα στις φλέβες μου γρήγορα και σταγόνες ιδρώτα γέμισαν το μέτωπο μου. Η αδρεναλίνη είχε ζεστάνει το σώμα μου. Οι παλάμες μου ίδρωσαν και τα δάχτυλα μου κοκκίνισαν. Τα μάτια μου παγωμένα, είχαν καρφωθεί πάνω στον γέρο σα να τον πρόσταζαν να μείνει ακούνητος. Δε πήρα το βλέμμα μου από πάνω του. Λύγισα τα γόνατα και στα τυφλά ψαχούλεψα με τα δάχτυλα το κλειδί γύρω από τα πόδια μου. Άκουγα τόσο δυνατά τους χτύπους της καρδίας μου, που σχεδόν τους μπέρδευα με αυτούς του δείχτη, που μετρούσε τα δευτερόλεπτα στο ρολόι δίπλα του. Το βρήκα. Το έσφιξα καλά μέσα στην παλάμη μου και σηκώθηκα. Με προσοχή αυτή τη φορά το χέρι μου ολοκλήρωσε την στροφή του κλειδιού. Ένα διακριτικό κλικ ακούστηκε. Τράβηξα το συρταράκι. Τα μάτια μου γυάλισαν. Το παλιό διαμαντένιο δακτυλίδι ήταν εκεί, μέσα στο πράσινο βελούδινο κουτάκι του. Ο γέρος άνοιξε τα μάτια του, με κοίταξε. Πήγα κοντά του. Τα δάχτυλα μου τυλίχτηκαν γύρω από το ζαρωμένο του δέρμα. Τα χέρια μου έκαιγαν. Τον ζέσταναν. Εκείνος παραμίλησε και άλλαξε πλευρό. Πήρα το δαχτυλίδι, ξαναέβαλα το κλειδί στην θέση του κι έφυγα για το σπίτι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s