Μιχάλης

της Άννας Φιτσοδασκαλάκη

Στον Μιχάλη και την Άννα

Στα ίδια χνάρια πατούσε, αλλά ανάποδα: Τα τακούνια στα δάχτυλα και τα δάχτυλα στα τακούνια. Για να μη χάσει ούτε βήμα. Για να γυρίσει στον τόπο απ’ όπου έφυγε τρία χρόνια πριν. Τόσο βαριά τα βήματά του, σα να ήθελε να γυρίσει πίσω και το χρόνο που μεσολάβησε αν ήταν δυνατόν. Είχε ξεκινήσει από τα βόρεια σύνορα της χώρας λίγες μέρες πριν. Ο πόλεμος είχε τελειώσει, τους ανακοίνωσαν. Είχαν νικήσει τον εχθρό και μπορούσαν ασφαλείς να γυρίσουν πια στον τόπο τους. Κανείς δε νοιάστηκε για το πώς θα γύριζαν στα σπίτια τους. Άλλωστε κανείς δεν τους υπολόγιζε. Ποιοι είχαν μείνει; Ποιοι είχαν φύγει; Φαντάροι απαίδευτοι, αμούστακοι, αναλώσιμοι ήταν γι’ αυτούς. Δεν είχε σημασία. Κι ο Μιχάλης, είχε κι αυτός εκτελέσει το καθήκον του όπως τόσοι άλλοι. Τώρα τουλάχιστον μπορούσε, λέει, να γυρίσει πίσω λεύτερος. 
Με το άκουσμα την χαρμόσυνης είδησης, μάζεψε ανυπόμονα τα πράγματά του, παρέδωσε το τουφέκι του, και κοίταξε προς τη μεριά της θάλασσας. Εκεί όπου τον περίμενε η οικογένεια που είχε αφήσει πίσω τόσο καιρό. Ένιωσε αμέσως τα γέλια του γιου του μέσα στ ‘αυτιά του και το χάδι της γυναίκας του πάνω του. Κατηφόριζε και μ’ άλλους συμπολεμιστές του, που γύρναγαν κι αυτοί σπίτια τους. Με άλλους έσμιγε μ’ άλλους χώριζε. Πάνω στα ίδια χνάρια πατούσε τρία χρόνια μετά, για να τα ξεσηκώσει από το χώμα και να πάρει πίσω κάθε στιγμή που μεσολάβησε μακριά από το σπίτι του.
Απ’ όπου κι αν περνούσε είχε πρωτοπεράσει ο πόλεμος. Περπάτησε μέσα από πολλά χωριά. Η ίδια εικόνα: ερημιά, στάχτες, νεκροί. Χωριά μαυρισμένα από τη φωτιά και την ορφάνια. Δεν έμενε πουθενά. Μια μάνα τον πέρασε για το γιο της που τον περίμενε άδικα να γυρίσει από τα βουνά του πολέμου. «Παιδί μου» του φώναξε κι όρμησε πάνω του κάνοντας το Μιχάλη να παραπατήσει, «συγνώμη παλικάρι μου, την ευχή μου», ψέλλισε μόλις κατάλαβε το λάθος της κι απομακρύνθηκε με την καμπουριασμένη της πλάτη ακόμη πιο σκυφτή.
Κάτω από τα ταλαιπωρημένα δέντρα ξάπλωνε για καμιά ώρα, όταν δεν άντεχαν την κούραση πια τα πόδια του. Εκεί συνήθως έβγαζε από τον κόρφο του την εικόνα που έτσι κι αλλιώς είχε μόνιμα καρφωμένη στο μυαλό του: η Άννα ντυμένη με ένα κίτρινο φόρεμα, σαν ήλιος που έλαμπε του χαμογελούσε, κι ο Γιωργάκης τον κοιτούσε κατάματα αφημένος στην αγκαλιά της παίρνοντάς του τον όρκο πως θα γυρνούσε.Μια φωτογραφία, που τόσα χρόνια την κοιτούσε με λαχτάρα πριν από κάθε μάχη, για να μην αφήσει τον εαυτό του να παραδοθεί στα παγωμένα βουνά που υπερασπιζόταν. Ήταν η μέρα των τρίτων γενεθλίων του Γιωργάκη. Λίγες μέρες πριν είχαν μάθει πως εκείνος έπρεπε να ακολουθήσει στον πόλεμο που μαινόταν στην άλλη μεριά της χώρας. Είχε βάλει το καλό της φουστάνι. Είχε ντύσει και το παιδί με τα βαφτιστικά του. «Πάω στο φωτογράφο, Μιχάλη μου, δε θ’ αργήσω», όταν γύρισε, του έδωσε αυτήν την φωτογραφία στα χέρια του. Πίσω έγραφε δυο λέξεις: «Σ’ αγαπάμε».
Μόνο μια στάση επέστρεψε στον εαυτό του να κάνει. Ένας συμπολεμιστής του τον φιλοξένησε για λίγες ώρες στο σπίτι του όταν έφτασαν μαζί στην πρωτεύουσα. Είχε έγνοια να τον δουν όπως ήταν τότε, πριν φύγει. Ο πόλεμος τον κυνηγούσε ακόμη κι ήθελε να τον πετάξει από πάνω του. Αδυνατισμένος, με τα αυτιά του να βουίζουν ακόμη από τα σφυρίγματα των όλμων. Με το φόβο να σκοτωθεί ή να σκοτώσει ν’ ανακατεύει τα σωθικά του, τις λάσπες να τον τραβούν στο χώμα μαζί τους, τα ανοιχτά μάτια των κουφαριών που τον κοιτούσαν μετά από κάθε μάχη. Ήθελε να τα ξεφορτωθεί όλα αυτά! Στο σπίτι του φίλου του πλύθηκε, ξυρίστηκε, απαλλάχτηκε από τις ψείρες που είχαν γίνει δεύτερο δέρμα του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη απεγνωσμένα για να τον ξαναγαπήσει. Για να ανοίξει την καρδιά του στην αγάπη της Άννας και του γιού τους.
Στράφηκε προς το λιμάνι και μπήκε στο πρώτο βαπόρι που θα τον έφερνε επιτέλους κοντά τους μετά από τρία δωδεκάωρα. Κατά τις 3:00 βύθιζε το πρώτο του βήμα στην πλατεία του χωριού όπου βρισκόταν το σπίτι του. Στο ίδιο αποτύπωμα, αλλά ανάποδα, το τακούνι στα δάχτυλα και τα δάχτυλα στο τακούνι, για να το πάρει πίσω. Με άλλου γαλότσες όμως. Εκεί όπου ήταν δεν άλλαζαν οι άνθρωποι γαλότσες, αλλά οι γαλότσες ανθρώπους. Από μακριά μύρισε τα άνθη της λεμονιάς τους, που φορτωμένη υποδεχόταν την άνοιξη. Κοντοστάθηκε να νιώσει τη μυρωδιά της, να μπουν στα ρουθούνια του όλες οι θύμησες του σπιτιού του. Ένιωσε ότι ήταν τόσο κοντά επιτέλους. Επέσπευσε το βήμα του στο χωμάτινο μονοπάτι που οδηγούσε στο πολυπόθητο τέρμα. Στα τελευταία του βήματα παραπάτησε, σα να μπλέχτηκαν τα κλαδιά της λεμονιάς με τις ανάκατες θύμησες στα πόδια του και σωριάστηκε καταμεσής.
Δεν πρόλαβε να σηκωθεί κι η Άννα ήταν ήδη έξω. Η εικόνα της δεν έμοιαζε με αυτή του αποχωρισμού. Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα ως κάτω από τα γόνατα και τα μάτια της ήταν βαθουλωτά και υγρά. Το κορμί της στεγνό και τα χέρια της λεπτά και άδεια κρέμονταν από την άκρη της ποδιά της. Τα μαλλιά της δεμένα σε κότσο κρυβόταν κάτω από ένα μαύρο μαντήλι. Ακίνητη. Τόσα χρόνια περίμενε για τη στιγμή που θα τους αντίκριζε κι εκείνη ήταν ακίνητη και μόνη. Εκεί μπροστά του, μόνο να τον κοιτά, και να προσπαθεί να του πει με τα μάτια της ότι δε μπορούσε να χωρέσει ακόμη η καρδιά της. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε απεγνωσμένα, μα ερημιά. Σύρθηκε ως το πλάι της, πατώντας σε άλλα χνάρια πια. Άνοιξε τα χέρια του και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Εκεί, έξω από την πόρτα του έρημου σπιτιού τους, που είχαν δώσει την υπόσχεση να συνεχίσουν τη ζωή τους από εκεί που τους την διέκοπταν, έκλαψαν οι δυο τους σαν ένα σώμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s