Τα Σοκολατάκια

της Άννας Μπιμπάκη

Το φως του απογεύματος αρχίζει να χάνεται κι έτσι τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια και στολίδια της πόλης λάμπουν ακόμα πιο έντονα. Για άλλη μια φορά στέκομαι μπροστά στην βιτρίνα του αγαπημένου μου μαγαζιού και χάνομαι στις σκέψεις μου. Σοκολάτες Fourviere.
– Κάνει κρύο. Θέλετε να περάσετε μέσα;
Θα απορεί η κοπέλα, και με το δίκιο της. Πόσες φορές μπορεί να παρατηρήσει κάποιος την ίδια βιτρίνα; Την έχω δει εκατομμύρια φορές. Κάθε φορά όμως νιώθω ένα ενθουσιασμό σχεδόν παιδικό. Οι απλές σοκολάτες με αφήνουν αδιάφορη. Αυτές όμως είναι μαγικές, η μόνη πολυτέλεια που επιτρέπω στον εαυτό μου. Ο πατέρας μου πάντα αγαπούσε την πολυτέλεια. Παρότι δήλωνε εντόνως αριστερός, πάντα θα διάλεγε το καλύτερο κρασί, τα ακριβότερα αλλαντικά και αν του το επέτρεπαν τα οικονομικά του θα ταξίδευε μόνο και μόνο για να δοκιμάσει όλα τα γκουρμέ εστιατόρια της Ευρώπης. Εγώ, μόνο τις σοκολάτες μου χρειάζομαι και μια καλή ταινία, σε συνδυασμό ή και χώρια για να νιώσω ευτυχισμένη. Αυτή είναι η διασκέδασή μου. Θα σκεφτεί κάποιος… πολύ μοναχική διασκέδαση. Ε, και; Η μοναξιά δεν είναι κάτι που φοβάμαι. Πολλές φορές την προτιμώ. «Μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες…» Προσπαθώ ενίοτε να καταλάβω τους ανθρώπους, μα τις περισσότερες φορές δεν μπαίνω καν στον κόπο. 
– Θέλετε να δοκιμάσετε ένα σοκολατάκι με αμαρέτο; Θα σας ζεστάνει.
Η πωλήτρια αναγνωρίζει το αρνητικό μου νεύμα και συνεχίζει τη δουλειά της. Δεν μου αρέσει να τρώω μπροστά σε κόσμο. Νιώθω άβολα. Νιώθω ότι όλοι με κοιτούν. Έπεσε έξω και στη μαντεψιά. Το αγαπημένο μου είναι το éveil, μαύρη σοκολάτα με γέμιση καφέ. Η αίσθηση του καφέ συχνά με βγάζει από τις σκέψεις μου, τα ημερήσια όνειρα μου. Χασίματα τα λέει η μάνα μου. Με ξυπνά και μου θυμίζει πως πρέπει να συνεχίζω τη δύσκολη καθημερινότητα. Γιατί είναι δύσκολη η ζωή, αγώνας είναι, καθημερινός και ασταμάτητος.
Είχα ακούσει κάποτε ότι μπορεί κάποιος να καταλάβει πολλά για το χαρακτήρα σου από τη γεύση σοκολάτας που προτιμάς. Δείξε μου τη σοκολάτα σου, να σου πω ποιος είσαι, όπως και με τους φίλους. Φίλους πολλούς δεν έχω. Ίσως επειδή πιστεύω πως η φιλία είναι υπερεκτιμημένη. Μπορεί ποτέ κανείς να σε καταλάβει όπως η οικογένεια σου; Άλλωστε το έχει δείξει κι η πράξη. Όσοι παντρεύτηκαν, χάθηκαν. Έβαλαν άλλες προτεραιότητες. Οι δικές μου, η οικογένεια κι η δουλειά μου.
– Βάλτε μου σε ένα άλλο κουτί και κάμποσα από τα hiver.
Αυτό το κουτί θα το πάρω στη δουλειά. Μαύρη σοκολάτα γεμισμένη με γκανάζ, άνθη πορτοκαλιάς. Απαραίτητες για να αντέξω την καθημερινότητα μου στο γραφείο. Όχι ότι δε μ’ αρέσει η δουλειά μου, απλά συνήθως τη βαριέμαι. Θα προτιμούσα να την κάνω πιο δημιουργικά, να σχεδιάζω κτίρια που θα στόλιζαν μια πόλη. Πολλές φορές όταν οδηγώ σκέφτομαι πως θα ‘ταν αυτός ο δρόμος ή ο άλλος αν ξεπρόβαλλαν τα κτίρια που ονειρεύομαι. Μα πάνω απ’ όλα θα θελα να ‘ναι κτίρια στα οποία οι άνθρωποι να φτιάχνουν αναμνήσεις ξεχωριστές και ευχάριστες.
Η κοπέλα που μόλις μπήκε ζήτησε ένα κουτί από τα passion. Σοκολατάκια με γέμιση φράουλας σε σχήμα καρδιάς. Σίγουρα ερωτευμένη. Ταιριάζει αυτό το συναίσθημα στις γιορτές. Εγώ δεν ενθουσιάζομαι πια ούτε με τα Χριστούγεννα ούτε με τον έρωτα. Τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά ή για ανθρώπους χαζοχαρούμενους που δεν έχουν γευτεί τα πραγματικά προβλήματα της ζωής. Άλλωστε με τόσο καταναλωτισμό γύρω μας κανείς δεν νιώθει πια αγάπη, μονάχα ανάγκη να αποκτά. Αρνούμαι να συμμετάσχω. Όσο για τον έρωτα… μου έχει αφήσει μια γλυκόπικρη γεύση στο στόμα όπως τα sombre. Σκέτη μαύρη σοκολάτα. Ένα πλακάκι σκληρό και εβένινο σαν φόβος.
Θα πάρω και στη μάνα μου λίγα lactée. Σοκολάτα γάλακτος με γεύση βανίλια. Πολύ απλή γεύση, κοινή. Δεν έχει απαιτήσεις πολλές η μάνα μου στις σοκολάτες. Όμως εγώ θα ‘θελα να την γλυκάνω. Δεν τις έχουν μείνει και πολλές χαρές στη ζωή της. Δεν το λέει, μα το χρειάζεται. Όχι τόσο το γλυκό, όσο τη σκέψη.
– Να σας βάλω και τρούφες σαμπάνιας;
Της γνέφω ξανά αρνητικά. Μόνο που αυτή η ερώτηση με άγγιξε, με πείραξε. Δεν ήθελα να την ακούσω. Γκανάζ άσπρης σοκολάτας και σοκολάτα γάλακτος με σαμπάνια, καλυμμένη με σκόνη άσπρης σοκολάτας. Αυτό το σοκολατάκι θυμίζει Βιέννη. Σπάνια τα αγοράζω. Τάσεις φυγής και αυτοκαταστροφής ταυτόχρονα. Όταν τα τρώω μόνη, κλαίω καθώς λιώνει η τρούφα στο στόμα μου. Σκέφτομαι πως θα ‘ναι η αίσθηση να ζεις εκεί. Να μοιάζει άραγε με τη γεύση του. Κι είναι και το vertige. Όταν το δοκιμάζω νιώθω ακόμα το φιλί του Μάρκου στο στόμα μου. Σοκολάτα γάλακτος με λικέρ ρούμι. Μεθυστικό.
Κλείνω την πόρτα πίσω μου με βία. Ο θόρυβος της με ακολουθεί καθώς τρέχω να βγω από το κατάστημα. Ούτε κατάλαβα αν πλήρωσα και πόσα. Έπρεπε γρήγορα να φύγω, να κρυφτώ. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Δεν θα το επέτρεπα ποτέ να με δουν οι άλλοι να κλαίω. Πρέπει να φτάσω γρήγορα στο αμάξι. Διασχίζω τη πολύχρωμη, πολύβουη πλατεία. Μα πως βρέθηκα εδώ μπλεγμένη μες τα στολίδια, τα τραγούδια, τα παιδιά; Τα φώτα του δέντρου αναβοσβήνουν ρυθμικά κι αδιάκοπα. Όλα γύρω μου μοιάζουν πανδαιμόνιο. Σταματώ, κλείνω τα μάτια και κρατώ την ανάσα μου. Όλα σιωπούν και νιώθω μοναχά μες τη παλάμη μου να λιώνει ένα σοκολατάκι vertige.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s