La Petite Ollie

της Κλαίρης Καμπάνη

Η ιστορία που θα σας πω μιλάει για την αγάπη.
Είναι η δική μου ιστορία, όπως την έζησα περίπου πριν από 30 χρόνια.

Ήταν άνοιξη του 1899. Παρίσι. Βρέθηκα σε αυτή την άγνωστη πόλη για πρώτη φορά, ήμουν μόλις 20 χρονών κι αμάθητος. Μαγεύτηκα αμέσως από τους ήχους μιας γλώσσας που δεν γνώριζα, μαγεύτηκα από μια πόλη που έσφυζε από ζωή. Είχα αφήσει πίσω με ευκολία τα πάντα. Ένα καταπιεστικό και αυταρχικό πατέρα, μια ανύπαρκτη αλκοολική μητέρα και μια φτωχή ζωή. Έπρεπε να βγάλω από πάνω μου έναν άνθρωπο που δεν ήθελα πια να γνωρίζω. Μια για πάντα. 
Σχεδόν αδέκαρος, προσπάθησα να βρω ένα μέρος να μείνω. Ο δρόμος με οδήγησε στην Μονμάρτη. Γρήγορα έμαθα γι’ αυτή την τόσο ξακουστή συνοικία του Παρισιού, που φιλοξενούσε ζωγράφους, ποιητές, γλύπτες, μουσικούς και ανθρώπους ερωτευμένους με την ζωή και την τέχνη. Εκείνη την χρονιά είχε ξεκινήσει η μεγάλη επανάσταση των Μποέμ. Έρχονταν λογής και λογής άνθρωποι από κάθε μεριά του κόσμου, για να υμνήσουν την ελευθερία και τον ερώτα. Έγινα αμέσως θερμός υποστηριχτής της και άρχισα να βρίσκω νόημα σε πράγματα που δεν είχα ιδέα ότι υπήρχαν. Δεν άργησα να γίνω και εγώ ένα παιδί της επανάστασης. Εκεί γνώρισα και τον Lucien. Έναν κοντοπίθαρο εκκεντρικό ανθρωπάκο, που ζωγράφιζε κάθε βράδυ και από ένα κορίτσι του “Moulin Rouge”. Έμαθα μαζί του στα ξέφρενα ολονύχτια γλέντια σε κακόφημα καπηλειά. Αυτός ήταν που με έβαλε για πρώτη φορά μέσα στον «κόκκινο μύλο», το πιο ξακουστό καμπαρέ της εποχής. Σε έναν τόπο ακολασίας, οργίων και ηδονής. Εκεί μέσα στη βασιλεία της γυμνής σάρκας και του ασέμνου ηδονισμού, έμαθα να πίνω αψέντι και να απολαμβάνω το can-can. Μου σύστησε την Ollie. La petite Ollie, έτσι του άρεσε να την φωνάζει. Μια πανέμορφη μακρομαλλούσσα πόρνη, γύρω στα 17. Μικροκαμωμένη με μάτια τόσο μεγάλα που μέσα τους χώραγε ολόκληρο το φεγγάρι και με δέρμα κατάλευκο και απαλό σαν τα πούπουλα της χήνας.
Την ερωτεύτηκα τρελά. Έμαθα για χάρη της πολύ γρήγορα την γλώσσα. Όμως εκείνη δεν πίστευε στην αγάπη. Ήθελε ελευθερία, ήθελε άλλη ζωή. Έκανα συχνά δουλειές του ποδαριού και μικροθελήματα για να κερδίζω χρήματα και να πληρώνω τον έρωτά της. Άρχισα να γραφώ ποιήματα, αποδείχτηκε τελικά ότι ήμουν καλός και με την βοήθεια του Lucien βρήκα δουλειά σε μια τοπική εφημερίδα. Τα λεφτά βέβαια που κέρδιζα ήταν πενταροδεκάρες, δεν έφταναν. Είχα νοικιάσει μια άθλια τρύπα έχοντας για μόνιμους συγκάτοικους αρκετούς καλοθρεμμένους αρουραίους. Το μοναδικό πράγμα όμως που είχα στο μυαλό μου ήταν η Ollie.
Η Ollie πέρα από την δουλειά της στο “Moulin Rouge” τα βράδια, είχε και την πρωινή. Γύρναγε τα σοκάκια της Μονμάρτης και ψάρευε πελάτες, πουλώντας ξανά το κορμί της για μερικά φράγκα. Ό,τι έβγαζε το έδινε σ’ αυτόν τον μοχθηρό και γλοιώδη νταβατζή της, τον Timon. Αυτόν το κοκκινοτρίχη χοντρομπαλά, με το τεράστιο στρουφιχτό μουστάκι και την πονηρή γυαλάδα στα μάτια του. Της έγραφα ποιήματα και της τα διάβαζα στον χρόνο που είχα αγοράσει για να είμαι μαζί της. Ποιήματα που μιλούσαν για την αγάπη που είχα για εκείνη. Το μοναδικό πράγμα που με έκανε ευτυχισμένο ήταν να κρατάω το κορμί της σφιχτά στην αγκαλιά μου, μυρίζοντας το άρωμα του, νιώθοντας την θέρμη του. Έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουν ότι ήταν μονάχα δική μου. Της έλεγα ότι έβαζα στην άκρη χρήματα για να την πάρω κάποια μέρα από εκεί, μακριά, σε μια άλλη ζωή χωρίς βία, χωρίς βρομιά. Εκείνη γελούσε, δεν με πίστευε. Πολλοί άλλοι της είχαν πει τα ίδια λόγια. Λόγια τα οποία είχαν ξεχάσει εκεί μέσα στο δωμάτιο, φεύγοντας.
Χρειάστηκε αρκετός χρόνος για την κερδίσω, δεν το έβαλα όμως ποτέ κάτω. Κάναμε έρωτα στα κρυφά, κάθε βράδυ. Στα κρυφά, μακριά από το βλέμμα του Timon. Ξεκλέβαμε λεπτά και δευτερόλεπτα καθημερινά μόνο και μόνο για να μπορέσουμε να νιώσουμε έστω και για μια στιγμή ο ένας το τρυφερό άγγιγμα του άλλου. Ο Timon γρήγορα έμαθε. Ήταν θέμα χρόνου. Έμαθε για τον κρυφό έρωτα μας και είχε βάλει όλα του τα τσιράκια να την φυλάνε καλά. Τα λεφτά μου δεν περνούσαν σ’ εκείνον πια. Οι μέρες έφευγαν χωρίς να έχουμε νιώσει ο ένας τον άλλο. Επικοινωνούσαμε με μικρά ραβασάκια που τα μετέφεραν κοινοί φίλοι. Υπέφερα όταν έβλεπα κρυφά άλλους άντρες να αγγίζουν το σώμα της. Η ζήλια είχε τυλιχτεί πάνω μου. Τρυπούσε το μυαλό μου και θόλωνε την σκέψη μου. Δεν άντεχα να ξέρω ότι κάποια άλλα χέρια την αγκάλιαζαν. Δεν άντεχα να ξέρω ότι κάποια άλλα χείλη φιλούσαν τα χείλη της. Αυτά τα χείλη που ήταν δικά μου, αυτό το κορμί που ανήκε μόνο σε εμένα.
Υποκινούμενος από αυτή την τρέλα του έρωτα, αποφάσισα να την κλέψω, να την πάρω για πάντα μακριά. Σχεδίαζα προσεκτικά κάθε λεπτομέρεια. Για μέρες ολόκληρες. Ξαγρυπνούσα και δεν έτρωγα, είχα αρρωστήσει. Δε με ένοιαζε. Η ώρα ήρθε και το σχέδιο ήταν καλά δουλεμένο, προσεγμένο. Ο Lucien θα με βοηθούσε από την αρχή μέχρι το τέλος. Εκείνο το βράδυ θα απασχολούσε τον φύλακά της, προσφέροντας του αψέντι. Ήξερε καλά την δουλειά του. Είχε τον δικό του τρόπο. Ο «πελάτης» της Ollie ήταν δικός μου φίλος και μόλις θα έπαιρνε το σύνθημα θα την φυγάδευε από το παράθυρο στην διπλανή ταράτσα κι από εκεί σε ένα έρημο σπίτι. Εκεί θα την περίμενα εγώ, στην πίσω αυλή του. Είχα κανονίσει μεταφορικό μέσο να την πάρω μακριά, έξω από το Παρίσι. Ο Timon θα το έπαιρνε χαμπάρι αργά, όταν θα μάζευε τις βραδινές εισπράξεις της Ollie. Εμείς μέχρι τότε θα ήμασταν πολύ μακριά, κρυμμένοι από τη ματιά του. Ελεύθεροι.
Όλα πήγαν ακριβώς όπως τα είχαμε σχεδιάσει. Προλάβαμε ακριβώς στην ώρα μας το τελευταίο τρένο για Dijon. Κοντά στο χάραμα είχαμε φτάσαμε στον προορισμό μας. Τα λιγοστά δικά μου χρήματα και ό,τι εισπράξεις είχε κάνει η Ollie εκείνη την ημέρα ήταν όλα όσα είχαμε μαζί μας. Βρήκαμε ένα φτηνό πανδοχείο. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Θέλοντας και οι δυο να ενώσουμε τα σώματα μας σε ένα, έτσι για πάντα. Θυμάμαι ακόμα εκείνα τα λόγια που ψιθύρισε τότε γλυκά η Ollie στο αυτί μου. «Αν ήταν η ώρα να πεθάνω δε θα φοβόμουν καθόλου, γιατί βρίσκομαι μέσα στην ζεστή σου αγκαλιά».
Η αίσθηση ήταν υπέροχη, η γεύση της αλλιώτικη. Το άρωμα του κορμιού της μεθυστικό και η αφή του δέρματος της πιο απαλή, πιο βελούδινη. Οι αναπνοές μας ζεστές. Άρχισα να γεύομαι όλο της το κορμί σαν να ήταν η πρώτη μου φορά. Εκείνη ριγούσε από ηδονή και γέμιζε όλο το δωμάτιο με ήχους απόλαυσης. Τα χέρια μου τυλιγμένα γύρω από τον λεπτό της λαιμό ένιωθαν τους παλμούς της, μετρούσαν κάθε χτύπο της καρδιά της όσο εγώ της έκανα παθιασμένο έρωτα. Σφραγίζοντας έτσι για πάντα την αγάπη μας. Το κορμί της ολόκληρο παλλόταν με ένα μυστηριώδη ρυθμό. Η ανάσα της κοβόταν. Η κορύφωση μας βρήκε αγκαλιά και μας έκλεισε μέσα σε ένα βαθύ και γλυκό ύπνο.
Ο ήλιος που έμπαινε από τα σάπια στόρια κάνοντας τη σκόνη του δωματίου να χαράζει την πορεία της πάνω στις λευκές του ακτίνες με ξύπνησε. Το κορμί της Ollie είχε παγώσει. Την σκέπασα απαλά με το σεντόνι και την κράτησα ξανά μέσα στην αγκαλιά μου. Έμοιαζε με πορσελάνινη κούκλα. Χάιδεψα τα μαύρα της μαλλιά ενώ έβλεπα ποσό ήρεμα κοιμόταν. Πόσο βαθιά, πόσο γαλήνια. Την είχα κάνει για πάντα δική μου.
Δυνατότερη αίσθηση από την αγάπη είναι τελικά ο θάνατος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s