Κρίση Πανικού

της Μάρθας Λυρώνη

Σήκωσε τα χαρτιά από το πάτωμα, τα έχωσε όπως όπως στο χαρτοφύλακα, τσαλακωμένα, ίσιωσε το σακάκι του, έκανε μεταβολή και κατέβηκε τις σκάλες. Δεν ήταν η πρώτη φορά, ούτε όμως και θα το συνήθιζε ποτέ. Το κατάπιε, έσφιξε τα χείλη, τα δόντια άρχισαν να τρίβονται ανεπαίσθητα μεταξύ τους, η φλέβα στη μέση του μετώπου πετάχτηκε, το πρόσωπο άρχισε να κοκκινίζει. Ευτυχώς ο τύπος που τον έσπρωξε και του πέταξε κάτω τα χαρτιά κοπάνησε και την πόρτα, δεν έδωσε συνέχεια. Τι να έκανε μόνος του; Να ζητούσε το δίκιο του; Θα φώναζαν πάλι την αστυνομία. Θα άρχιζαν πάλι τα «δεν επιτρέπεται η είσοδος» κλπ. Τα μάζεψε κι έφυγε. 
Στο σπίτι ξεπλύθηκε κάτω από το ντους, από το ψυγείο έβγαλε ένα μπουκάλι ρετσίνα, έστριψε ένα τσιγάρο, το πέμπτο της ημέρας, τα είχε μειώσει καιρό τώρα, κι άνοιξε την εφημερίδα. Όχι ότι θα έβρισκε κάτι καλύτερο από το να ενοχλεί συνταξιούχους για να αλλάξουν τηλεφωνική εταιρεία, αλλά έπρεπε να προσπαθήσει. Εκείνο που έτρεμε κάθε φορά που χτυπούσε πόρτες ήταν μην πέσει σε κάνα γνωστό ή, ακόμη χειρότερα, σε κάνα φίλο. Προσπάθησε μέσα του να αλλάξει θέμα συζήτησης κι έπιασε να διαβάζει τις αγγελίες. Δεν είχε να κάνει κάτι άλλο τα βράδια. Την τηλεόραση δεν την άνοιγε εδώ και ένα χρόνο περίπου. Δεν άντεχε άλλο, έβλεπε ένα χέρι να βγαίνει από τον οθόνη και να τον αρπάζει από το λαιμό, υστερικές φωνές να τον μικραίνουν με κάθε λέξη. Την έβαλε στο πατάρι, μπορεί και να την πουλήσει, μπορεί και όχι, μπορεί να φτιάξουν τα πράγματα. Και το λάπτοπ είχε σταματήσει να τ’ ανοίγει, δεν άντεχε ούτε το ίντερνετ, μετά ακύρωσε και τη σύνδεση. Είχε βαρεθεί τις προσδοκίες, δεν ήλπιζε σε τίποτα και σε κανέναν. Μέτρησε τα χαρτάκια που του έμεναν ακόμη, κοίταξε και τον καπνό, αρκούσαν για μια μέρα. Κι αν χρειαστεί θα το κόψει, όχι ακόμα όμως.
Σηκώθηκε κι άνοιξε την μπαλκονόπορτα να μπει λίγος αέρας, να φύγει η βαριά μυρωδιά της εργένικης γκαρσονιέρας. Στο μικρό διαμέρισμα της Κυψέλης, μαζί με τον αέρα τρύπωσαν οι φωνές των Καμερουνέζων μικροπωλητών που έμεναν στον κάτω όροφο σαν βουητό στα αφτιά του, ενώ ένας συνδυασμός κάρι και τζίντζερ από το διαμέρισμα των Ινδών ταξιτζήδων βασάνισε τη μύτη του. Έβαλε ένα ακόμη ποτήρι ρετσίνα, το κατέβασε μονορούφι κι έκλεισε το παράθυρο. Λίγο ψωμί και φέτα, γιατί αύριο θα χρειαστεί και εισιτήρια, και ξάπλωσε στο ντιβανάκι. Αναρωτήθηκε πόσες μέρες είχε να πλύνει τα σεντόνια κι αποκοιμήθηκε.
Χαράματα πετάχτηκε από τις φωνές των Καμερουνέζων, είχαν γλέντι. Πού την έβρισκαν την όρεξη; Κάθε μέρα φορτωνόντουσαν ένα σακί πραμάτεια και έπαιζαν κρυφτούλι με τη δημοτική αστυνομία. Έπιασε το κινητό να καλέσει την αστυνομία. Ναι, και να τους ελέγξουν και τις άδειες παραμονής… που καλοπερνάνε κιόλας μες στην κρίση… Οι φωνές γίνονταν πιο δυνατές. Το μετάνιωσε κι άφησε κάτω το κινητό. Πήγε στο κουζινάκι του, έφτιαξε τον ελληνικό του κι έστριψε ένα τσιγάρο. Έπιασε το οινόπνευμα από το ντουλάπι και προσπάθησε να καθαρίσει έναν λεκέ στο σακάκι του, το μόνο που είχε, το φορούσε όταν χτυπούσε πόρτες μπας κι έκανε καλή εντύπωση. Βγήκε στο στενό μπαλκόνι, οι φωνές τώρα ακούγονταν πιο δυνατές, δεν τον ενοχλούσαν πια. Επιτέλους, ας περνάνε καλά και κάποιοι σ’ αυτήν την κωλοπόλη. Οι βραδινοί ήχοι της Αθήνας άρχισαν να επιδρούν πάνω του. Η σκουπιδιάρα λίγα στενά πιο κάτω, ο βίαιος ήχος του μεταλλικού κάδου πάνω στο φορτηγό, τα σφυρίγματα στον οδηγό να ξεκινήσει, η μηχανή που μαρσάρει. Σειρήνες πιο μακριά, μία μηχανή που γκαζώνει στην άδεια Πατησίων, κάτι πιτσιρίκια που δηλώνουν την παρουσία τους. Η πόλη του όταν κοιμάται μοιάζει με ανήμερο έφηβο.
Κατά τις 7.30 ξεκίνησε το δρομολόγιό του, σήμερα τον είχαν στο Μεταξουργείο. Προχώρησε με τα πόδια, δεν άντεχε σήμερα τα τρόλεϊ και τα λεωφορεία της Πατησίων, ήταν τόσο φίσκα, που του ‘ρχόταν αναγούλα. Κατέβηκε την Ιουλιανού κι έστριψε αριστερά στον Σταθμό Λαρίσης. Μόλις έφτασε κοντά στην Τροχαία, το συνειδητοποίησε. Κοίταξε ξανά τα χαρτιά. Σάμου, Κρήτης, Ψαρών, Χίου… Χίου και Αγίου Παύλου… Πάνω από το καφενείο, απέναντι από την εκκλησία, στον πεζόδρομο, πρώτος όροφος. Επιπλωμένο δυαράκι, το δυαράκι τους. Κι ας τους ξυπνούσαν κάθε Κυριακή οι καμπάνες, χαλάλι. Το κουδούνι έγραφε «Ηλιάνα-Νίκος». Άρχισε να ιδρώνει, πρώτα οι μασχάλες, μετά οι παλάμες, το μέτωπο. Οι σφυγμοί του τριπλασιάστηκαν, λες και κάθε πόρος στο σώμα του πάλευε να αποβάλει μνήμες, οι κόρες των ματιών είχαν διασταλεί, σαν σε συσκότιση. Το στομάχι του άρχισε να πάλλεται σαν δεύτερος καρδιακός μυς, ενώ ο πρώτος έδινε τον ξέφρενο ρυθμό. Έσκισε τα χαρτιά, τα πέταξε σ’ έναν κάδο και μπήκε τρέχοντας στο μετρό σαν ζώο που χώνεται στο λαγούμι του. Έφτασε σπίτι, ειδοποίησε την εταιρεία ότι είχε ένα ατύχημα στο δρόμο και ότι δε θα έβγαζε σήμερα το δρομολόγιο. Ο επόπτης άρχισε να του ζητάει δικαιολογητικά, τονίζοντάς του πόσο σημαντικό είναι για τη θέση του να ανεβάσει τα ποσοστά του, ότι υπάρχει ανταγωνισμός, ότι περιμένουν κι άλλοι για μία θέση. Εκσφενδόνισε το κινητό στον τοίχο κι εκεί, στη μέση του δωματίου, διπλώθηκε στα δύο κι έκανε εμετό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s