Επίσκεψη

 

της Άννας Μπιμπάκη

Η βροχή που ξεπλύνει τους δρόμους, τώρα πια έχει σταματήσει. Τα φώτα των δρόμων, γεμίζουν με το κίτρινο μελαγχολικό φως τους, την πόλη. Λέω ψέματα ότι πάω στην σχολή αλλά εγώ το ξέρω βαθιά μέσα μου, ότι εκεί μέσα δεν θα ξαναπατήσω. Κάνω βόλτες στις πιο μακρινές γειτονιές της πόλης με το φόβο μην με πάρει κανένα μάτι. Καπνίζω το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και προσπαθώ να σκορπίσω τον χρόνο στα βήματα μου. Μόνο που σήμερα έγινε κάτι περίεργο, που με ξάφνιασε πολύ. Προσπερνώντας αδιάφορα τα πρόσωπα των περαστικών, νομίζω ότι είδα εκείνη. Κοντοστάθηκα. Έχω φτάσει πάλι στην οδό Πραξιτέλους και ενώ έχω κάνει τόσους κύκλους στους δίπλα παράδρομους, τα βήματα μου πάλι με οδηγούν στην παλιά πολυκατοικία του αριθμού 35. 
Τώρα και δέκα λεπτά ζυγίζω τα βήματα μου μπρος πίσω. Προσπαθώ να αποφασίσω αν πρέπει να μπω. Το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου τελειώνει και πρέπει να πάρω μια απόφαση. Το πετάω στο πλακάκι και με δύναμη το πατάω να σβήσει. Τώρα νιώθω για τα καλά τη βροχή που έχει τρυπώσει στα πάνινα σκισμένα παπούτσια μου. Σπρώχνω τη γόπα στο διπλανό παρτέρι και το παπούτσι μου λασπώνεται. Νιώθω τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και σαπίλα στο στόμα. Καθαρίζω βιαστικά το παπούτσι μου στο χαλάκι της εισόδου και άξαφνα η πόρτα ανοίγει διάπλατα μπροστά μου. Ένας σοβαρός κύριος με κουστούμι, παλτό και χαρτοφύλακα βγαίνεις βιαστικός και παρά λίγο να πέσει ολόκληρος πάνω μου. Με μια μου κίνηση συγκρατώ την πόρτα και χωρίς να το καταλάβω είμαι ήδη μέσα.
Όλα έρχονται στο μυαλό μου τόσο έντονα. Το ανοικτό κυπαρισσί χρώμα στους τοίχους, τα μαρμάρινα σκαλοπάτια που πάντα γλιστρούσαν, το παμπάλαιο ασανσέρ με τα σιδερένια κάγκελα. Ο ήχος από το χρονοδιακόπτη του φωτός μετράει αντίστροφα στο μυαλό μου τόσες παιδικές αναμνήσεις. Ξαφνικά, το μέτρημα σταματά και το φως σβήνει. Σαν απ’ όνειρο μες το σκοτάδι, προσπαθώ ψηλαφιστά να βρω τον διακόπτη. Χαϊδεύω τον γυαλιστερό σοβά και τα δάκτυλά μου σταματούν, μονάχα όταν η υφή του τοίχου αλλάζει και γίνεται τραχιά. Εκεί στο χώρισμα είναι ο διακόπτης. Τον πατάω και μόλις το φως ανάβει είμαι πια σίγουρη, πιο σίγουρη από ποτέ, ότι πρέπει να προχωρήσω και να χτυπήσω το κουδούνι του διαμερίσματος στο δεύτερο όροφο. Κάτι που αναβάλω τόσα χρόνια.
Ανεβαίνω τις σκάλες αφήνοντας πίσω μου το ασανσέρ. Στα έξι μου είχα κλειστεί, για τρεις ολόκληρες ώρες, σε μια διακοπή ρεύματος. Από τότε δεν έχω ξαναμπεί. Και οι δυο μου παλάμες ακουμπούν τον τοίχο. Το βάρος μου πέφτει πάνω του, σαν να μην ξέρω που οδηγεί η σκάλα και προσπαθώ να προστατευτώ από κάποια έκπληξη. Μόλις φτάνω στον πρώτο όροφο, ο χρονοδιακόπτης κλείνει ξανά. Ανάβω το φως και αναγνωρίζω τα πάντα. Μόνο που ο χρόνος έχει αφήσει για τα καλά τα σημάδια του. Σοβάδες φουσκωμένοι είναι έτοιμοι να πέσουν απ’ το ταβάνι, τα μωσαϊκά θαμπά με χρώμα ξέπνοο, μια αίσθηση παγωνιάς κυριαρχεί σε όλο τον διάδρομο. Ανεβαίνω και τις επόμενες σκάλες. Τα δάκτυλά μου χαϊδεύουν το κάγκελο της κουπαστής που τώρα πια έχει σκουριάσει, όσες φορές κι αν έχουν αποπειραθεί να το βάψουν ξανά και ξανά.
Μόλις φτάνω μπροστά στην πόρτα νιώθω όλο το θάρρος μου να με εγκαταλείπει. Θα είχα ήδη φύγει, αν δεν παρατηρούσα ότι η πόρτα είναι ελάχιστα ανοικτή. Την σπρώχνω ελαφριά. Η μουσική απ’ το ραδιόφωνο με τραβά να προχωρήσω. «Ας ερχόσουν για λίγο» τραγουδάει η Δανάη και τίποτα άλλο δεν ακούγεται μέσα στο σπίτι. Το σαλόνι άδειο. Το πορτατίφ ανάβει και στο τραπεζάκι ένα ποτήρι γεμάτο κονιάκ. Κάπου εδώ πρέπει να είναι. Δεν μπορεί. «Είναι κανείς εδώ;» φωνάζω. Μα η φωνή μου σαν αντίλαλος γυρίζει στα αφτιά μου και απάντηση δεν παίρνω καμία. Βιαστικά πάω στην κουζίνα, στα υπνοδωμάτια, ξαναφωνάζω. Τίποτα. Κάθομαι στο καναπέ και προσπαθώ να σκεφτώ, που μπορεί να πήγε. Ψάχνω ασυναίσθητα στις τσέπες μου για τσιγάρα, μα το πακέτο έχει από ώρα τελειώσει. Τα πάντα γύρω μου έχουν μείνει ίδια. Μονάχα ένα λεπτό στρώμα σκόνη σκεπάζει τα έπιπλα. Η φωνή του εκφωνητή με βγάζει από τις σκέψεις μου. Ακούγεται το δεύτερο πρόγραμμα.
Σηκώνομαι αποφασιστικά και πάω να χτυπήσω το κουδούνι στο διπλανό διαμέρισμα. Η πόρτα ανοίγει και μια απρόθυμη παχουλή κυρία, τυλιγμένη με μια βαριά ρόμπα μου απαντά απότομα. «Έχω μέρες να την δω την δίπλα. Δεν έχουμε πολλά πάρε δώσε. Είναι τρελή ξέρεις.» Αυτή της η κουβέντα με πείραξε πολύ. Δεν έπρεπε να μιλήσει έτσι. Μα πιο πολύ με πείραξε η ίδια μου η απάθεια, εγώ δεν έπρεπε να την αφήσω. Γυρίζω πίσω και προσπαθώ να σκεφτώ τι πρέπει να κάνω. Στο ντουλαπάκι του μπάνιου ίσως βρίσκεται η λύση του μυστηρίου. Να ελέγξω τα φάρμακά της. Πέρα απ’ τα φαρμακεία, δεν θυμάμαι να έχω δει ποτέ στη ζωή μου τόσα μπουκαλάκια μαζεμένα. Όλα είναι εκεί κι ακόμα περισσότερα. Ποιος γιατρός της δίνει τόσα χάπια; Πρέπει να την βρω. Πρέπει να ειδοποιήσω. Μα αν ειδοποιήσω θα καταλάβουν όλοι ότι έλειπα από τη σχολή. Θα καταλάβουν ότι ήρθα να την δω. Κάθομαι ξανά στο καναπέ και βγάζω το κινητό μου από την τσάντα. Τώρα ποιον πρέπει να πάρω τηλέφωνο; Κοιτάζω στις πρόσφατες κλήσεις και προσπαθώ να αποφασίσω ποιο είναι το καλύτερο. Να πάρω τη Μαίρη ή το πατέρα; Το πατέρα σίγουρα όχι. Αυτός σίγουρα δεν θα θέλει να βοηθήσει. Την θεία Άρτεμις τότε. Ίσως αυτή κάτι να ήξερε, κάτι να μπορούσε να κάνει. Ήταν η μόνη που είχε κρατήσει επαφή κι άλλωστε απ’ αυτήν είχα μάθει όλη την αλήθεια. Έστω κι αν είχε χρειαστεί να κρυφακούσω. «Ψυχική νόσο» είχε πει και πως έφυγε γιατί φοβόταν. Τα υπόλοιπα δεν τα ‘χα καταλάβει.
Κάπου μακριά ακούγεται ο ήχος μιας δυνατής αστραπής. Ξεσπάει μπόρα κι οι σταγόνες χτυπούν με βία τα τζάμια. Η μπαλκονόπορτα είναι ανοικτή. Καθώς την κλείνω παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου ότι κάποιος είναι στο μπαλκόνι. Είναι εκείνη. Έχει αλλάξει τόσο πολύ. Αν την έβλεπα στο δρόμο, ίσως και να μην την αναγνώριζα. Τα μαλλιά της μακριά κι απεριποίητα , το πρόσωπο της γερασμένο, η νυχτικιά φαρδιά και λερωμένη. Το βλέμμα της χαμένο, δεν με κοιτά, της μιλάω αλλά δεν με ακούει. Έχει γαντζώσει τα χέρια της στα κάγκελα, κοιτάζει τον ορίζοντα και παραμιλά, λέει πράγματα που δεν καταλαβαίνω. Αυτό που με τρομάζει περισσότερο είναι ότι δεν αντιδρά στην παρουσία μου. Προσπαθεί να σκαρφαλώσει στα κάγκελα, να πηδήσει από κάτω. Την τραβάω γερά, προσπαθώ να φέρω το βάρος της μέσα από το κάγκελο, να προλάβω το κακό. Τα χέρια μου γλιστράνε, τα πόδια της γλιστράνε, όλα γίνονται σε κλάσματα δευτερολέπτων. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι η κραυγή μου, που έκανε τους περαστικούς να κοιτάξουν ψηλά «Μαμά». Τώρα κι οι δύο βρισκόμαστε αγκαλιασμένες στο πάτωμα του μπαλκονιού. Το μόνο που ακούγεται είναι οι στάλες της βροχής και απ’ το ραδιόφωνο μια μελαγχολική φωνή μιας γυναίκας να τραγουδά «Ήρθες αργά στο δρόμο της ζωής μου».

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Επίσκεψη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s