Έμμονη Αγάπη

της Λίλας Καραλή

Η «Έμμονη Αγάπη» του Ίαν Μακ Γιούαν κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1999 από τις εκδόσεις Νεφέλη. Πρόκειται για ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που παρασύρει τον αναγνώστη σε αβεβαιότητες που τον προκαλούν να αναμετρηθεί με τις ιδέες της πραγματικότητας και της αλήθειας. Το σημείο εκκίνησης της ιστορίας είναι ένα ατύχημα με αερόστατο που συμβαίνει στην αγγλική εξοχή, μια ανοιξιάτικη μέρα.

«Θυμάμαι ότι σκέφτηκα, χωρίς να το ξεστομίσω, πως ήταν ένα επικίνδυνο μεταφορικό μέσο, μιας και η πορεία του εξαρτιόταν περισσότερο από τον άνεμο και λιγότερο από τον πιλότο. Ίσως συλλογίστηκα ότι αυτή ακριβώς να ήταν η γοητεία του. Κι αμέσως η ιδέα έφυγε από το μυαλό μου.»

Στο σημείο σπεύδουν να βοηθήσουν πέντε παρακείμενοι εκδρομείς που προσπαθώντας να εμποδίσουν το ακυβέρνητο αερόστατο, στο οποίο βρίσκεται παγιδευμένο ένα παιδί, να βγει σε ανεξέλεγκτη πορεία, κρατούν τα σχοινιά του αερόστατου ώστε να το αναγκάσουν με το βάρος τους να ακινητοποιηθεί. Η κατάσταση φαίνεται να ελέγχεται, παρά τις ξαφνικές ριπές του ανέμου, όταν ένας από τους εθελοντές αφήνει το σχοινί του. Οι υπόλοιποι πρέπει να αποφασίσουν γρήγορα αν θα συνεχίσουν την προσπάθεια ή θα αφήσουν και εκείνοι τα σχοινιά προκειμένου να μην παρασυρθούν μαζί με το αερόστατο. Εγκαταλείπουν όλοι εκτός από έναν, ο οποίος παρασύρεται κρεμασμένος από το σχοινί που δεν άφησε έγκαιρα και μπροστά στα μάτια όλων των παρευρισκομένων βρίσκει τραγικό θάνατο.

Μεταξύ των εθελοντών είναι ο ήρωας του διηγήματος και πρωτοπρόσωπος αφηγητής, Τζο Ρόουζ, μεσήλικας συγγραφέας επιστημονικών άρθρων, που βρίσκεται στο σημείο του ατυχήματος με την σύντροφό του Κλαρίσα, καθηγήτρια λογοτεχνίας, για να γιορτάσουν την άφιξη της από ένα πολυήμερο ταξίδι. Ο Τζο κατά τη διάρκεια του περιστατικού συνομιλεί για λίγο με έναν από τους υπόλοιπους εθελοντές, τον Τζεντ Πάρι, έναν ιδιόρρυθμο τριαντάχρονο με θρησκευτικές εμμονές. Όταν επιστρέφει σπίτι του ο Τζο δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον Τζεντ στο οποίο του εξομολογείται ότι έχει καταλάβει τι συμβαίνει μεταξύ τους και πως τον αγαπάει και αυτός. Αν και εμβρόντητος δεν αναφέρει το περιστατικό στην Κλαρίσα πιστεύοντας ότι δεν θα έχει συνέχεια και ότι ίσως είναι αποτέλεσμα κάποιου είδους μετατραυματικού στρες λόγω του τραγικού συμβάντος στο οποίο υπήρξαν μάρτυρες. Από την επομένη όμως αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο Τζεντ έχει αποκτήσει μια ψευδαισθητική προσήλωση στην υποτιθέμενη μεταξύ τους σύνδεση την οποία δεν καταφέρνει να αποκρούσει με την στάση του. Ο Τζεντ του αφήνει μηνύματα στον τηλεφωνητή, του στέλνει παθιασμένα γράμματα, τον παρακολουθεί, εμφανίζεται αναπάντεχα μπροστά του συνεχώς με συχνότητα που αυξάνεται όσο περνούν οι μέρες. Όταν η καθημερινότητά του διαταράσσεται εντελώς απευθύνεται στην Κλαρίσα η οποία αρχικά διασκεδάζει τους φόβους του καθησυχάζοντάς τον αλλά στη συνέχεια γίνεται καχύποπτη τόσο ως προς την ειλικρίνειά του όσο και ως προς την διανοητική του ισορροπία. Ανήμπορος να χειριστεί την κατάσταση όταν αρχίζει να διαισθάνεται την παρουσία απειλών στο παραλήρημα του Τζεν καταφεύγει στην αστυνομία. Απουσία σωματικής βλάβης ή απειλής κατά της ζωής ή έστω εξύβρισης η αστυνομία δεν ασχολείται με το αναφερόμενο συμβάν.

Προσπαθώντας να αποσαφηνίσει την κατάσταση ο Τζο στρέφεται στο πιο πρόσφορο καταφύγιο του, την αγάπη του για τις επιστήμες. Ανακαλύπτει μια καλά περιγεγραμμένη νοσολογική οντότητα της ψυχιατρικής, το σύνδρομο Κλεραμπώ, στο οποίο κατατάσσει την περίπτωση του Τζεντ. Η ταξινόμηση του περιστατικού αν και προσφέρει μια ανακουφιστική αίσθηση συγκεκριμένου στον Τζο, του δίνει και βάσιμες πια υποψίες για την επικινδυνότητα του Τζεντ. Μερικές μέρες μετά προμηθεύεται ένα όπλο.

Η γραμμική ακολουθία των γεγονότων διακόπτεται από επιστημονικές και φυσικές περιγραφές, στίγματα στο χάρτη της αναπαράστασης των γεγονότων που αντανακλούν μια διαφορετική οπτική, μια δεύτερη προσέγγιση στα τεκταινόμενα. Όπως η κριτική της Κλαρίσα στις νεοδαρβινικές θεωρίες ως «το νέο φονταμενταλισμό που απογυμνώνει την ανθρώπινη φύση», η οποία παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δυο διαδοχικές συναντήσεις μεταξύ Τζο και Τζεντ. Ο ήρωας απομονωμένος εξαιτίας μιας απρόβλεπτης τροπής των γεγονότων, προσπαθεί να κατευνάσει την ανασφάλεια που του δημιουργείται χρησιμοποιώντας τον ορθολογισμό, τις γνώσεις και την ανάλυση των γεγονότων που ανακαλεί με επιμονή, αλλά όχι πάντα με ακρίβεια, για να καταλήξει ότι τίποτα από αυτά δεν μπορεί να τον οδηγήσει σε ασφαλέστερη περιοχή. Κινητήριοι άξονες της αφήγησης είναι η υποκειμενικότητα και η ψευδαίσθηση που δημιουργούν αμφιβολία στον αναγνώστη για το αν μπορεί να αναζητηθεί αντικειμενικότητα στις πολλαπλές αφηγήσεις των ηρώων. Οι μαρτυρίες στα γεγονότα, παραμορφωτικοί καθρέπτες του αντιληπτού, αποκλίνουν, την ώρα που οι χαρακτήρες αποκαλύπτουν ο καθένας τις δικές του εμμονές και η ιστορία αναλύεται σε επιμέρους αντιφατικά περιστατικά.

Οι ήρωες εισάγονται από τις πρώτες γραμμές του μυθιστορήματος σε θέσεις που προϊδεάζουν για την εξέλιξη της ιστορίας. Ο Τζο και η Κλαρίσα ετοιμάζονται να ανοίξουν ένα μπουκάλι κρασί όταν ακούν μια κραυγή. Ο Τζο, «από την μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε να τρέχει προς το μέρος του αερόστατου», ενώ η Κλαρίσα«βαδίζει πίσω του φωνάζοντας του να προσέχει», χωρίς ο Τζο να μπορεί να καταλάβει «πως μπόρεσε να αντισταθεί στην παρόρμηση να τρέξει». Ο Τζεντ «ξεπετάχτηκε μπροστά στο Τζο τρέχοντας κόντρα στον άνεμο». Τζο και Τζεντ «ορμούν ο ένας προς τον άλλον σαν εραστές».

Καθένας από τους ήρωες προσπαθεί να απαντήσει στο μυστήριο της ζωής ακολουθώντας μια διαφορετική προσωπική διαδρομή. Ο Τζο έχει κατασκευάσει μια ιστορία ζωής εδραιωμένη στον ορθολογισμό, την έρευνα και την ανάλυση ενώ η Κλαρίσα ιχνηλατεί το προσωπικό της μονοπάτι με την βοήθεια της τέχνης . Ο Τζεντ από την άλλη εμφανίζει μια απόκλιση από το φυσιολογικό, με παρανοϊκά στοιχεία και θρησκευτικές ιδεοληψίες. Είναι ένα χριστιανικό φρικιό όπως τον αποκαλεί η Κλαρίσα, ένας αλλόκοτος άνθρωπος, ένας απο αυτούς που καταχωρούνται στις κοινωνίες ως παλαβοί. Ο καθένας απαντά με διακριτά διαφορετικό τρόπο στην αναζήτηση σκοπού και νοήματος και το βίωμα της μοναξιάς. Οι συμπεριφορές ωστόσο είναι ανατρεπτικές δίνοντας στοιχεία θρίλερ στην πλοκή αφού αποδυναμώνουν κάθε απόπειρα πρόβλεψης του αναγνώστη. Ο ορθολογιστής Τζο κινείται στα όρια του εγκλήματος και της παράνοιας και η στοργική Κλαρίσα απόμακρη στις ανησυχίες του συντρόφου της για τον απρόβλεπτο εισβολέα, βλέπει τα γεγονότα με ψυχρή ματιά.

Στο περιθώριο της ιστορίας παρακολουθούμε την χήρα του νεκρού εθελοντή να πνίγει το πένθος της σε σκέψεις ζηλοτυπίας, άλλο ένα παράδειγμα παραμορφωτικής ερμηνείας των γεγονότων. Τελευταία σκηνή του διηγήματος η αποκατάσταση της αλήθειας, ένα σημείο κάθαρσης στο δράμα που παρακολουθήσαμε, που αποτελεί και το σημείο εξόδου του Τζο και της Κλαρίσας από την ιστορία.

Τα θέματα που θίγονται πολλά. Η αγάπη –«αυτή είναι η σύγκρουση που αντιμετωπίζουμε ως θηλαστικά: τι να δώσεις στους άλλους και τι να κρατήσεις για τον εαυτό σου»-, οι εμμονές -ερωτικές θρησκευτικές, επιστημονικές-, η ψευδαίσθηση της αντικειμενικότητας. Η αφήγηση πολυεπίπεδη διερευνά ταυτόχρονα περιορισμούς και δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης εστιάζοντας το φακό στις κοινωνικές επινοήσεις που στηρίζουν τον μύθο του ρεαλισμού. Από τα μυθιστορήματα της δεκαετίας του ’90 η «Έμμονη Αγάπη» είναι οπωσδήποτε αρκετά αντιπροσωπευτικό του είδους του και αξίζει να διαβαστεί. Ο αναγνώστης πρέπει να περιμένει πως η κατανόηση του βιβλίου και ο αναστοχασμός στα θέματα που θίγονται θα θέσουν υπό αμφισβήτηση και τη δική του αίσθηση ασφάλειας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s