Περί Φωτίσεως

 

της Μαρίας Βρέντζου

Στις δημοτικές εκλογές μίας ανώνυμης, τελείως απροσδιόριστης χώρας, το ποσοστό των λευκών ψήφων φτάνει το 83%. Οι άνθρωποι της εξουσίας χαρακτηρίζουν το γεγονός ως χτύπημα στη δημοκρατική ομαλότητα. Έτσι λοιπόν η χώρα τίθεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης από την αμετανόητη κυβέρνηση και τους υποστηριχτές της. Αλλά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν αλλάζουν τακτική. Το πολιτικό σύστημα αδυνατώντας να εισπράξει την μεταμέλεια των πολιτών, οι οποίοι έχουν ψηφίσει με όλους τους τύπους και νόμους, προσπαθεί να τους ενοχοποιήσει. Τα δύο μεγάλα κόμματα, δηλαδή το κόμμα της δεξιάς και το κόμμα του κέντρου, τρέπονται σε φυγή από την πρωτεύουσα της χώρας, θέτοντάς την παράλληλα σε κατάσταση πολιορκίας. Στρατός και αστυνομία έχουν πλέον αποσυρθεί. Υπάρχει μεγάλο κενό εξουσίας, όμως οι πολίτες επιδεικνύοντας μεγάλη ωριμότητα και αλληλεγγύη παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους, με συνέπεια η κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί ομαλά. Η κυβέρνηση, αρνούμενη να κοιταχτεί στον καθρέφτη προκειμένου να εντοπίσει να ψεγάδια της, ψάχνει για έναν υποκινητή. Τον εντοπίζει στη γυναίκα του γιατρού, την ηρωίδα του «Περί τυφλότητας», βιβλίου του Σαραμάγκου όπου όλοι οι πολίτες της ίδιας πρωτεύουσας τυφλώνονται, εκτός απ’ την ίδια.

Το μυθιστόρημα «Περί φωτίσεως» εκδόθηκε το 2004, όταν πλέον το έργο του Σαραμάγκου έπαιζε έναν ρόλο παγκόσμιας συνείδησης και εξέταζε την ανθρωπότητα συνολικά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι όταν το 1991 ο συγγραφέας εξέδωσε το βιβλίο του «Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον», το οποίο αφηγείται τη ζωή του Ιησού εξανθρωπίζοντάς τον, η καθολική εκκλησία το θεώρησε βλάσφημο και η πορτογαλική κυβέρνηση εμπόδισε τη συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό βραβείο Λογοτεχνίας. Έτσι ο Σαραμάγκου αυτοεξορίστηκε στο νησάκι Λανθαρότε των Κανάριων και στα επόμενα βιβλία του δεν αναφερόταν πλέον στην πορτογαλική ιστορία και ταυτότητα. Το πρώτο του μάλιστα βιβλίο έπειτα απ’ αυτήν τη σύγκρουση είναι το «Περί τυφλότητας», το οποίο εκδόθηκε το 1995.

Διαβάζοντας κανείς τα βιβλία του Σαραμάγκου παρατηρεί την ιδιαιτερότητα στην στίξη του. Τα διαλογικά μέρη δεν διαχωρίζονται με παύλες ή εισαγωγικά και η εναλλαγή των ομιλητών διακρίνεται με ένα αρχικό κεφαλαίο και κόμματα. Αυτό το προσωπικό στυλ του συγγραφέα, που στην αρχή μπορεί να δυσκολέψει τον αμύητο αναγνώστη, ύστερα από μερικές σελίδες αποκτά ρυθμό. Ιδιαίτερος είναι και ο αφηγητής του Σαραμάγκου ο οποίος παρατηρεί, σχολιάζει, σχεδόν κουτσομπολεύει.

Ως πολιτικός συγγραφέας, ο Σαραμάγκου καταπιάνεται με τα σύγχρονα προβλήματα των σημερινών κοινωνιών. Πάντως, διαβάζοντας το «Περί φωτίσεως» διαπίστωσα ένα έντονο στοιχείο φουτουρισμού. Τον έχουν αποκαλέσει άλλωστε προφήτη του μέλλοντος της ανθρωπότητας. Πολλές φορές είχε εκφράσει την αντίθεσή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ήδη διαφαίνεται πως στην Ευρώπη της κρίσης, όλο και περισσότερες χώρες θα αποδοκιμάζουν έντονα το υπάρχον πολιτικό κατεστημένο. Κομμάτι βέβαια του κατεστημένου αυτού είναι και η αριστερά. Εδώ ο συγγραφέας κάνει ζαβολιές. Γνωστός σταλινικός και μέλος του σκληροπυρηνικού κομμουνιστικού κόμματος, στο βιβλίο του «Περί φωτίσεως» αποδίδει ευθύνες μόνο στα κόμματα της δεξιάς και του κέντρου. Το κόμμα της αριστεράς περνά στο απυρόβλητο.

Όταν η δημοκρατία, το καλύτερο για μένα σύστημα διακυβέρνησης μιας χώρας, παρουσιάζει σημάδια κόπωσης, το χαστούκι πρέπει να δίνεται από την κάλπη. Αυτό μας λέει και ο Σαραμάγκου. Οι «λευκαντές» δεν είναι ούτε αντιδραστικοί, ούτε ακραίοι. Δεν επιθυμούν ούτε την αναρχία, ούτε την ακυβερνησία. Είναι καθημερινοί απογοητευμένοι πολίτες, που με το να ψηφίσουν λευκό απλά εκφράζουν την αποδοκιμασία τους στην υπάρχουσα κατάσταση και ίσως με τον τρόπο τους προσπαθούν να αφυπνίσουν την εξουσία. Σε ένα βαθμό αυτό γίνεται πραγματικότητα, αφού βλέπουμε το δήμαρχο της πρωτεύουσας, τον υπουργό πολιτισμού, τον υπουργό της δικαιοσύνης και έναν επόπτη της αστυνομίας να αφουγκράζονται την κοινωνία του λευκού και τελικά να συντάσσονται μαζί της. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι το «Περί φωτίσεως» είναι ένα ακράδαντο επιχείρημα ότι υπάρχουν άνθρωποι με αξιοπρέπεια που κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες και περιστάσεις μπορούν να αλλάζουν προς το καλύτερο. Έτσι, πέρα απ’ την συλλογική και καθ’ όλα ειρηνική επανάσταση του 83% έχουμε και την προσωπική επανάσταση του καθενός.

Ειδικά σ’ αυτό το μυθιστόρημά του, ο πεσιμιστής Σαραμάγκου δεν θα μπορούσε να δώσει ευτυχές τέλος. Το πολιτικό σύστημα, αφού χρησιμοποιεί τις πιο ανώδυνες μεθόδους χειραγώγησης, όπως τα μέσα ενημέρωσης που βομβαρδίζουν τον πολίτη με εκβιαστικά διλλήματα για την ασφάλεια, την ιδιοκτησία και την ίδια τη δημοκρατία, δεν διστάζει να προβεί σε βρόμικα κόλπα. Κράτος, παρακράτος και αστυνομία συνεργάζονται αρμονικά, καταστρατηγώντας κάθε νομιμότητα. Αποτέλεσμα αυτού, ένα τρομοκρατικό χτύπημα και η δολοφονία της γυναίκας του γιατρού, του τέλειου εξιλαστήριου θύματος που έψαχνε η αγκιστρωμένη στην εξουσία κυβέρνηση για να επανέλθει δυναμικά στα πράγματα. Σε συμβολικό επίπεδο, η γυναίκα του γιατρού αποτελεί τον ιδανικό πολίτη. Όντας η μόνη που δεν τυφλώθηκε στο μυθιστόρημα του Σαραμάγκου «Περί τυφλότητας», κατάφερε με αξιοθαύμαστη γενναιότητα, αλληλεγγύη και ανθρωπισμό να βοηθήσει μία ομάδα τυφλών. Η ύπαρξή της αποτελεί ελπίδα για την κάθε κοινωνία.

Σκοτώνοντας λοιπόν ο συγγραφέας αυτήν την ελπίδα, σκοτώνει και την ουτοπία ενός καλύτερου κόσμου; Και μόνο το γεγονός ότι ο πληθυσμός της πόλης «φωτίζεται», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο, είναι για μένα στοιχείο αισιοδοξίας. Γι’ αυτήν εξάλλου τη «φώτιση» αγωνίστηκε και ο Σαραμάγκου μέσα από το έργο του.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s