Αναγέννηση

της Φωτεινής Βαβουράκη

Ένα φθινοπωρινό απόγευμα του Ιούνη,
ξέπλυνε την άδεια μου ματιά η καταιγίδα,
σκούπισα τα μάτια και μπροστά μου σ’ είδα,
στα λευκά που πάντα μύριζαν σαπούνι.

Σου άπλωσα το χέρι και μεμιάς το πήρες
κι άνοιξαν οι πύλες οι βαριά κλεισμένες
κι οι χαρές του κόσμου που άλλοτε ήταν ξένες,
έγιναν δικές μου και καλές μου φίλες.

Πάτησα τα πόδια στο βρεγμένο χώμα
κι ένιωσα μια ελπίδα πως ξανά θα ζήσω,
είπα στον εαυτό μου μην κοιτάζει πίσω,
ήσυχο μωρό να μείνει μες στο σώμα.

Τώρα τα λουλούδια τείνουν προς εμένα
και μια μελωδία εύθυμη σφυρίζουν,
λένε μη με νοιάζει για όσα δεν γυρίζουν,
μα ευλογία να στέλνω σ ‘ όσα είναι γραμμένα.

 Μέσα στην παλάμη μου, έκλεισες τον ήλιο,
τη γροθιά μου ακούμπησες πάνω στην καρδιά μου
κι άστραψε του κόσμου μου, το ακριβό βασίλειο
και το στέμμα που έκρυβαν τα σγουρά μαλλιά μου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s