Η ομορφιά της απλότητας

του Λευτέρη Γιαννακουδάκη

Με αφορμή την παράσταση
«Η Χαμένη Τιμή της Καταρίνα Μπλουμ»
της θεατρικής ομάδας Ubuntu
στο νέο πολιτιστικό κέντρο Ηρακλείου.

Το έργο γνωστό και θρυλικό, «η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ», η πολυδιαβασμένη νουβέλα του Χάινριχ Μπελ, ένα κείμενο με το οποίο ήρθα ξανά σε επαφή μόλις πέρυσι, μετά από χρόνια, ένα από εκείνα τα βιβλία που τα διαβάζεις στα νιάτα σου και πάντα αναρωτιέσαι τι αντίκτυπο θα έχει πάνω σου αν συναντηθείτε κάποια στιγμή που θα έχεις ξεφύγει από τον κόσμο της παιδικότητας, της εφηβείας, ακόμα και της μετεφηβείας, έχοντας βυθιστεί για χρόνια σ’ εκείνον του ενηλίκου.Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συνάντηση με τη νουβέλα του Γερμανού συγγραφέα ήταν μία ιδιαίτερα ευτυχής στιγμή, κάνοντάς με να ανακαλύψω ξανά τον αιχμηρό και οξύ του λόγο, τους έξυπνα στημένους διαλόγους και το χτίσιμο της κοινωνίας της παραπληροφόρησης, του σωβινισμού και της ανελευθερίας που είχε μόλις αρχίσει να εγκαθιδρύεται στη δυτική Ευρώπη με την εμφάνιση του κίτρινου τύπου τη δεκαετία του 1970 και που σήμερα αποτελεί το σήμα κατατεθέν της δήθεν ενωμένης ηπείρου μας.

Η ιστορία είναι η εξής: μία όμορφη οικιακή βοηθός γνωρίζει και ερωτεύεται σ’ ένα πάρτι έναν διαβόητο τρομοκράτη. Η αστυνομία τους παρακολουθεί και το πρωί εισβάλλει στο σπίτι της, όπου οι δύο εραστές πέρασαν το βράδυ, για να ανακαλύψει ότι εκείνος το έχει σκάσει από την πίσω πόρτα. Η Καταρίνα αρχικά κατηγορείται για υπόθαλψη εγκληματία κι έπειτα η προσωπικότητα και η ζωή της διαβάλλεται σε τέτοιο βαθμό από τον κίτρινο τύπο, ώστε η ίδια φτάνει στο να δολοφονήσει το δημοσιογράφο που είναι υπεύθυνο για την διαπόμπευσή της. Το έργο είναι γραμμένο με το δημοσιογραφικό ύφος ενός τριτοπρόσωπου αφηγητή, στην προφανή προσπάθειά του συγγραφέα να αντιπαραβάλει την αλήθεια – αληθοφάνεια των γεγονότων, με την παραποίηση της ιστορίας της Καταρίνα από την εφημερίδα Zeitung και τον δημοσιογράφο Τέγκες. Τα γεγονότα παρουσιάζονται επίσης και μέσα από μαρτυρίες άλλων ηρώων, χαρακτήρων στιβαρά χτισμένων, εκτός από της ίδιας της Καταρίνα, ενισχύοντας έτσι την πρόθεση του Μπελ. Η γλώσσα και η δομή της νουβέλας είναι εξαιρετικά μοντέρνες ακόμα και σήμερα, κατατάσσοντας το βιβλίο στα αριστουργήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Πήγα λοιπόν στο ραντεβού μου με την παράσταση της ομάδας Ubuntu, έχοντας φρέσκο το κείμενο στο μυαλό μου και γνωρίζοντας ελάχιστά για το τι επρόκειτο να δω. Οφείλω να ομολογήσω ότι ίσως ήμουν και λίγο αρνητικά προδιατεθειμένος ως προς την παράσταση, έχοντας αποκρυσταλλώσει άποψη για το περιεχόμενο του έργου και μην έχοντας ιδιαίτερη πίστη στην αξία της μεταφοράς του συγκεκριμένου λογοτεχνικού έργου στη σκηνή. Τι παραπάνω έχουν να μας πουν; αναρωτιόμουν. Εβδομήντα λεπτά μετά την είσοδό μου στη νεόδμητη Πειραματική Σκηνή του υπό ανέγερση ακόμα Νέου Πολιτιστικού Κέντρου Ηρακλείου, είχα αλλάξει γνώμη. Η αρχική μου εντύπωση κατά την είσοδο μου στο θέατρο δεν ήταν ιδιαίτερα θετική, το στήσιμο των τεσσάρων ηθοποιών με τις μάσκες υπό τον ήχο του άγνωστου μου γερμανικού τραγουδιού που με παρέπεμπε περισσότερο σε ήχους του μεσοπολέμου, μου θύμισε πειραματική σκηνή της δεκαετίας του ’90 και ο λόγος των τεσσάρων «Καταρίνα Μπλουμ» που διέκοπταν η μία την άλλη θέατρο της αποστασιοποίησης, κάνοντας το λογικό τμήμα του εγκεφάλου να εξανίσταται στέλνοντάς μου μηνύματα του τύπου «καλά τα έλεγα εγώ.» Σύντομα όμως και χωρίς να το πάρω χαμπάρι, ξέχασα όλες μου τις ενστάσεις και η λογική μου λούφαξε, αφήνοντας χώρο στο αισθητηριακό, το κατεξοχήν τμήμα στο οποίο απευθύνεται η τέχνη, να απολαύσει την εξαιρετική εμπειρία.

Το κείμενο του Μπελ υπήρχε αυτούσιο σχεδόν στην παράσταση. Αντίθετα απ’ ότι θα περίμενε κανείς, δεν είχε μετατραπεί σε θεατρικό διάλογο, αλλά διατηρούσε τη συνοχή της αφήγησης, οι ηθοποιοί ήταν οι αφηγητές – πρωταγωνιστές της ιστορίας, δίνοντας στην δράση και στο κείμενο μια άλλη διάσταση, κάνοντας το κοινό να λειτουργεί όχι μόνο ως δέκτης, αλλά και ως πρωταγωνιστής κάποιες φορές, περνώντας έμμεσα το μήνυμα του Μπελ, ότι δηλαδή η Καταρίνα Μπλουμ δεν είναι μια εξαίρεση, αλλά ο κανόνας, είμαστε εμείς, το μεμονωμένο άτομο και η κοινωνία ταυτόχρονα, έρμαια στην αδηφάγα διάθεση της κρατικής παρακολούθησης, του σεξισμού και της διαστροφής λόγων, πράξεων και παρελθόντος μας από τα κέντρα παραπληροφόρησης και διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.

Οι τέσσερις ηθοποιοί (Ιφιγένεια Μακρή, Έμη Πανουργιά, Γωγώ Παπαϊωάννου, Βασιλική Τσιροπούλου) υπηρέτησαν πιστά το πνεύμα της σκηνοθέτιδας Ελεάνας Τσίχλη. Καμία δεν προσπάθησε να ξεχωρίσει. Ήταν τέσσερις ειλικρινείς «Καταρίνες», στηριζόμενη η καθεμία σε καλά δουλεμένα εκφραστικά και σωματικά μέσα. Τα υλικά λιτά. Ένα διαφανοσκόπιο, τέσσερις ομπρέλες, ένα μπαλόνι, 4 καρέκλες, ένα κασετόφωνο (!). Ούτε περίεργοι φωτισμοί, ούτε βίντεο, ούτε τραβηγμένη χρήση του φωτισμού ή γυμνές εμφανίσεις και υστερικές φωνές, όπως άλλες πολυδιαφημισμένες παραστάσεις, υπενθυμίζοντας μας πόσο η ομορφιά και η αλήθεια κρύβονται στην καθαρή ματιά, την απλότητα και τη διάθεση να μιλήσουμε γι’ αυτά που μας απασχολούν, χωρίς να προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s