Άδεια Ζωή

 του Αντώνη Ν. Χελιδώνη

Στον κύκλο αυτό ένα τόξο αρκεί να σε πληγώσει

Ηράκλειο, 12.05.2011

Το κενό το είχε ζήσει. Άδειος από χάδι. Άδειος από καλοσύνη. Απόξενος από τη χαρά.

 Τριγύριζε χωρίς κανένα σκοπό. Μόνος. Που χάθηκαν οι φίλοι; Που είναι οι σύντροφοι; Ανακάλυπτε την άλλη πλευρά της πόλης. Ακροβατούσε στο μεταίχμιο. Να κρυφτεί, να εξαφανιστεί από τα γνωστά στέκια. Να χαθεί και να τον χάσουν.

 Ένοιωθε καρφιά στο κορμί του. Αδιάκριτα βλέμματα τρυπούσαν το φθαρμένο του τζάκετ. Ο ίδιος έβλεπε τον πλούτο αυτών που μισούσε. Στα καταστήματα, στα αυτοκίνητα, στους ανθρώπους. Ρούχα γυαλιστερά, τροχοφόρες ψευδαισθήσεις, βιτρίνες απαστράπτουσες. Έτρεχαν τα μάτια στη θέα του απροσδόκητου, προσπαθούσαν να παρασύρουν στο ρυθμό τους τα πόδια του. Αδύνατον. Βαριά και κουρασμένα. Δεν γνώριζαν το αύριο, φοβόταν το χθες.

 Κρυώνει. Τρίβει τα χέρια του να ζεσταθεί. Τρίβεται μέσα στα ρούχα του. Όπως τότε στα παιδικά σκεπάσματα, πολύ πριν χάραμα, λίγο πριν το μάζεμα του καπνού. Τρίβεται το μέσα του στην παγωνιά του άδειου.

 Παντού νερό. Οι τοίχοι στάζουν μουχλιασμένο ανήλιο νερό. Δεν βλέπει τίποτα. Μυρίζει κάτουρο. Δεν βλέπει τίποτα. Το κεφάλι του θα σπάσει. Ο πόνος είναι αφόρητος.

 Που βρίσκεται; Πως ζούνε οι τυφλοί; Το κενό το είχε ζήσει αλλά δεν το ήξερε.

 Στροβιλίζεται σε μια δίνη. Στροβιλίζεται στους κύκλους της. Ομόκεντροι. Το κέντρο τους βυθίζεται όλο και πιο χαμηλά.

 Πόση ώρα είναι εδώ; Τι είναι το «εδώ»;

 Ψάχνει, σπιθαμή τη σπιθαμή, γωνιά ν` ανακαλύψει. Να καλύψει ένα κορμί πονεμένο.

Μετρά το χώρο με την παλάμη του. Μια γωνία αναζητά. Γυρίζει, ψηλαφεί, γυρίζει, ψηλαφεί… Ασταμάτητα. Ζαλίζεται. Ξαποσταίνει. Συνεχίζει. Μια παλάμη, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι… Μια γωνιά; Ζαλίζεται… Δεν σταματά. Εφτά, οκτώ, εννιά. Μια γωνία; Δέκα, έντεκα, δώδεκα… Που βρίσκεται;

 Η αγωνία επιτείνει τον πόνο, το φόβο, το άγχος… Η δίνη της πραγματικότητας του είναι ένας απροσδιόριστος κύκλος. Ένα βρώμικο, άδειο, τώρα φοβάται ακόμα περισσότερο, ένα κυκλικό δωμάτιο… Που να κρυφτεί; Που τον πόνο θ` ακουμπήσει;

 Κρυώνει. Τρέμει. Συνειδητοποιεί. Δεν ξέρει πως. Σε ένα άδειο κυκλικό φέρετρο βρίσκεται. Μεγάλο; Μικρό; Πόσο, ποιοι, πως. Πως;

 Βρωμάει! Υγρασία, σκοτάδι…

 «Πέτρος Γρηγοριάδης», φωνάζει με όλη τη δύναμη της φωνής του. Είναι τυφλός μα ακούει. «Πέτρος Γρηγοριάδης», ξανά και ξανά. Ακούει για να μην τρελαθεί και θυμάται…

 Υψώνει το χέρι του. Προσθέτει στο ύψος του εξήντα πόντους. Ακουμπά το ταβάνι. Έχει αρκετό αέρα. Μα πνίγεται. Σκύβει, ξαπλώνει. Μέσα σε νερό οριζοντιώνεται. Απλώνει πάλι το χέρι του. Διαβήτης τώρα το κορμί του.

 Κούφιο χώμα η φυλακή. Το στόμα να μένει κλειστό το μυαλό να ανοίγει. Το μέτρησε. Ύψος, διάμετρο, προχωρημένη σκέψη κατασκευής: μια τυφλή κυκλική τρύπα η απομόνωσή του.

 Έμεινε στο «κέντρο». Δεν υπήρχε άλλωστε καμία γωνία διαφυγής…

 Το τσούξιμο στα μάτια του έντονο. Πόσο γρήγορα συνηθίζει κανείς στην έλλειψη! Ένας προκλητικός ήλιος σφήνωσε μέσα του. Τον έκαιγε ήδη. Παρατήρησε με βάσανο την καταπακτή. Τώρα όλα ήταν «καθαρά». Ακριβώς στο κέντρο του κύκλου, ένας μικρότερος κυκλικός φωταγωγός, ένας Πέτρος και κάτι ύψος, ένας ήλιος φονιάς έκαιγε τα μάτια του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s